Περπατούσε στο δρόμο.. Ξαφνικά ένιωσε κάποιες σταγόνες στο πρόσωπο της.. Κοίταξε τον ουρανό.. Ήταν λίγο θόλος αλλά είχε και κάποια αστέρια που φαινόταν πιο αραιά.. Συνέχισε να περπατάει.. ποιος τη φοβάται τη βροχή άλλωστε;
Άρχισε να βγάζει μια ψύχρα.. Έπιασε το κασκόλ της και πήγε να το βάλει στο λαιμό.. Και τότε τα είδε.. Τα σημάδια από εκείνον.. Αυτά τα σημάδια από εκείνο το τελευταίο βράδυ τους.. Μέχρι τώρα της έδιναν χαρά, τώρα όμως ένιωσε να την πονάνε...
Θυμήθηκε τα βράδια τους, τις συζητήσεις τους, τις βόλτες τους.. Πόσο όμορφα ένιωθε μαζί του.. Κάθε «φυγή» τους ήταν ένα σταμάτημα του χρόνου.. Σε εκείνη τη στιγμή, τη δική τους στιγμή... Λες και δεν υπήρχε σήμερα, ούτε αύριο, μόνο το τώρα. Εκείνο το δικό τους «τώρα»..
Εκείνος δεν ήταν σαν τους άλλους.. Το ήξερε, το ένιωσε από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν ξανά μετά από χρόνια.. Και τα χρόνια πέρασαν και ήρθαν πιο κοντά και δέθηκαν.. Και όσο ο καιρός περνούσε τόσο πιο πολύ δένονταν...
Οι σταγόνες είχαν αρχίσει να δυναμώνουν και μπλέκονταν με τα δάκρυα της που έτρεχαν πια καυτά στο πρόσωπο της... Θυμήθηκε το χαμόγελο του, τα μάτια του, την αγκαλιά του.. Νόμιζε ότι άκουσε τη φωνή του να ηχεί στα αυτιά της.. Πόσο ήρεμη ένιωθε μαζί του; Πόσο ήρεμος ένιωθε μαζί της; Και πόσο θα της λείψει ο ίδιος και όλα αυτά τα όμορφα που έζησε μαζί του;
Τα σημάδια άρχισαν να πονάνε περισσότερο και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι. Δε μπορούσε να τα συγκρατήσει πια.. Έκλαιγε για εκείνον, έκλαιγε για εκείνη, για όλα αυτά που θα γίνονταν, για όλα αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν αν...δεν υπήρχε αυτό το «αν»... Αν τα «θέλω» τους ταίριαζαν στην παρούσα φάση...
Έπιασε τα σημάδια... Δεν την πονούσαν πια.. Αντίθετα έμειναν εκεί μέχρι να εξαφανιστούν και εκείνα.. Και να μείνει η ανάμνηση εκείνης της τελευταίας τους βραδιάς, εκείνου του πρωινού που τον είδε, το πιο πιθανό, για τελευταία φορά...
Λένε ότι κάποιοι άνθρωποι συνδέονται με ένα αόρατο νήμα που δεν κόβεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.. Ίσως και εκείνους να τους συνδέει αυτό το νήμα και κάποια στιγμή να βρεθούν ξανά και όλα να είναι διαφορετικά...Ίσως και όχι.. Ίσως να θέλει και αυτό το χρόνο του...
Άρχισε να βγάζει μια ψύχρα.. Έπιασε το κασκόλ της και πήγε να το βάλει στο λαιμό.. Και τότε τα είδε.. Τα σημάδια από εκείνον.. Αυτά τα σημάδια από εκείνο το τελευταίο βράδυ τους.. Μέχρι τώρα της έδιναν χαρά, τώρα όμως ένιωσε να την πονάνε...
Θυμήθηκε τα βράδια τους, τις συζητήσεις τους, τις βόλτες τους.. Πόσο όμορφα ένιωθε μαζί του.. Κάθε «φυγή» τους ήταν ένα σταμάτημα του χρόνου.. Σε εκείνη τη στιγμή, τη δική τους στιγμή... Λες και δεν υπήρχε σήμερα, ούτε αύριο, μόνο το τώρα. Εκείνο το δικό τους «τώρα»..
Εκείνος δεν ήταν σαν τους άλλους.. Το ήξερε, το ένιωσε από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν ξανά μετά από χρόνια.. Και τα χρόνια πέρασαν και ήρθαν πιο κοντά και δέθηκαν.. Και όσο ο καιρός περνούσε τόσο πιο πολύ δένονταν...
Οι σταγόνες είχαν αρχίσει να δυναμώνουν και μπλέκονταν με τα δάκρυα της που έτρεχαν πια καυτά στο πρόσωπο της... Θυμήθηκε το χαμόγελο του, τα μάτια του, την αγκαλιά του.. Νόμιζε ότι άκουσε τη φωνή του να ηχεί στα αυτιά της.. Πόσο ήρεμη ένιωθε μαζί του; Πόσο ήρεμος ένιωθε μαζί της; Και πόσο θα της λείψει ο ίδιος και όλα αυτά τα όμορφα που έζησε μαζί του;
Τα σημάδια άρχισαν να πονάνε περισσότερο και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι. Δε μπορούσε να τα συγκρατήσει πια.. Έκλαιγε για εκείνον, έκλαιγε για εκείνη, για όλα αυτά που θα γίνονταν, για όλα αυτά που θα μπορούσαν να γίνουν αν...δεν υπήρχε αυτό το «αν»... Αν τα «θέλω» τους ταίριαζαν στην παρούσα φάση...
Έπιασε τα σημάδια... Δεν την πονούσαν πια.. Αντίθετα έμειναν εκεί μέχρι να εξαφανιστούν και εκείνα.. Και να μείνει η ανάμνηση εκείνης της τελευταίας τους βραδιάς, εκείνου του πρωινού που τον είδε, το πιο πιθανό, για τελευταία φορά...
Λένε ότι κάποιοι άνθρωποι συνδέονται με ένα αόρατο νήμα που δεν κόβεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.. Ίσως και εκείνους να τους συνδέει αυτό το νήμα και κάποια στιγμή να βρεθούν ξανά και όλα να είναι διαφορετικά...Ίσως και όχι.. Ίσως να θέλει και αυτό το χρόνο του...

