Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

ΕΝΑΣ ΚΑΦΕΣ


Αυτή η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου ελληνικού καφέ ρε παιδί μου δε ξέρω.. Κάθε φορά με κάνει να ταξιδεύω σε άλλες εποχές. Μου ξυπνάει μνήμες από την παιδική μου ηλικία. Τότε που ο παππούς καθόταν με τη γιαγιά στη μικρή αυλή τους, με τις γλάστρες με το βασιλικό να μοσχοβολάνε και τα γαρύφαλλα να διαχέουν το δικό τους ιδιαίτερο άρωμα στο χώρο. Ακόμα και στην πόλη είχαν τον τρόπο τους οι παππούδες να φέρνουν το χωριό...

Φυσικά ο καφές στο χωριό είχε άλλη χάρη. Ξύπναγες πρωί-πρωί και έβλεπες τη γιαγιά να ψήνει καφέ στο γκαζάκι. Και πάντα τη θαύμαζες που το χρησιμοποιεί. Βλέπεις, εγώ, ακόμα και τώρα φοβάμαι να το χρησιμοποιήσω. Αντίθετα εκείνη έφτιαχνε και σέρβιρε με χάρη τους καφέδες, εκεί, στην αυλή του σπιτιού που ήταν σκεπασμένη με κλήμα γεμάτο σταφύλια. Και κάθε πρωί άκουγες τον κόκκορα να προσπαθεί να ξυπνήσει και τους τελευταίους υπναράδες, ενώ τα πρόβατα βέλαζαν και ύστερα ρίχνονταν με θέρμη πάνω στο τρυφερό γρασίδι. Έπειτα, άκουγες τις κότες πως περίμεναν να πας να μαζέψεις τα φρέσκα αυγουλάκια τους και να ταΐσεις τα εγγόνια σου, να «δέσεις» με φρέσκο αυγολέμονο τη σούπα ή να φτιάξεις πεντανόστιμα και φρεσκότατα γλυκά..

Μέσα σε όλα αυτά οι μεγάλοι καθόταν αναπαυτικά στο τραπέζι και απολάμβαναν τον καφέ τους ενώ συζητούσαν με τις ώρες για τα οικονομικά, τα πολιτικά και γενικά όσα απασχολούν τους μεγάλους και όταν είσαι μικρός, δε μπορείς, δε θες και κυρίως αρνείσαι να τα κατανοήσεις. Και ο καφές τελείωνε και όλοι πήγαιναν στις δουλειές του.

Kαι η μυρωδιά του καφέ συνεχίζει να μου ξυπνάει αναμνήσεις από ένα άλλο χωριό. Το χωριό του πατέρα μου. Εκεί που το τελευταίο μας καλοκαίρι τον είδα να ψήνει πρωί -πρωί καφέ γιατί η μονάκριβη του σηκώθηκε και ήθελε να πιει καφέ. Η φιγούρα του επιβλητική, τα χέρια του ροζιασμένα από τις δουλειές στο χωράφι αλλά είχε τον τρόπο του να μας φροντίζει κάθε φορά που ανεβαίναμε στο χωριό για να του κάνουμε παρέα. Ήθελε να μη μας λείψει τίποτα. Το ίδιο βέβαια έκανε και όσο ζούσε στη Χαλκίδα. Ακόμα όμως και άρρωστος που ήταν, ακόμα και όταν δεν είχε απόλυτη συναίσθηση με το περιβάλλον, πάλι νοιαζόταν. Με το δικό του τρόπο. Και το φλιτζάνι μένει εκεί να αχνίζει και ο ατμός του καφέ διαχέεται στην ατμόσφαιρα και με μεταφέρει πάλι πίσω στην πόλη.

Θυμάμαι τα καλοκαίρια, πριν ακόμα πιάσει η ζέστη, να καθόμαστε στο μπαλκόνι και με θέα τη θάλασσα, να απολαμβάνουμε ζεστό ελληνικό καφέ. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει και να βγαίνει δειλά-δειλά για να προσφέρει το φως του στον κόσμο. Η θάλασσα ήρεμη, γαλήνια, ταράζονταν που και που από κανένα καραβάκι ή από 2-3 λουόμενους που απολάμβαναν νωρίς-νωρίς το μπάνιο. Και η δροσούλα στο μπαλκόνι καλά κρατούσε..μέχρι όσο κρατούσε ο καφές..


Και έπειτα έφευγες για το κέντρο της πόλης, εκεί όπου μύρισες για πρώτη φορά τον καφέ, σε ένα από τα πολλά καφεκοπτεία κοντά στην πλατεία Αγοράς. Θυμήθηκες την άλλοτε κραταιά αγορά που έσφυζε από ζωή και πως σε έσερνε κάθε πρωί η μάνα σου να πάρετε ψάρια, ζαρζαβατικά, κρεατικά και τόσα άλλα. Και ο κύριος Σάκης με τον κύριο Μήτσο και την κυρία Τούλα διαλαλούσαν την πραμάτεια τους. Τώρα πια έχουν μείνει τα απομεινάρια της αγοράς, να θυμίζουν την ένδοξη ζωή της. Όμως, με βάση τα τελευταία νέα παρουσιάστηκε η μελέτη για το πως θα είναι η αγορά και σύντομα θα δημοπρατηθεί. Ευχής έργον είναι αυτό, για να μπορέσει να αποτελέσει ξανά σημείο και πόλο έλξης για τους Χαλκιδέους και όχι μόνο...

Μόνο για λίγο ίσως αρνήθηκα τον ελληνικό καφέ, όταν πήγα φοιτήτρια, που άρχισα να πίνω freddo. Ακόμα και τότε όμως, κάθε φορά που μύριζα ελληνικό καφέ,ένιωθα μία ηρεμία, μία χαρά, μία νοσταλγία.. Για όλα αυτά που έφυγαν...


Στέκομαι για λίγο απέναντί από το καφεκοπτείο, κλείνω τα μάτια μου, κάνω μία βαθιά εισπνοή από φρεσκοκομμένο καφέ, ταξιδεύω στο παρελθόν μου, ζω το παρόν μου και ονειρεύομαι το μέλλον μου.. Χωρίς ιδιαίτερες φανφάρες. Με εκείνη τη μυρωδιά του ελληνικού καφέ να συνοδεύει τα όνειρα μου και με την ευχή να ζήσω πάλι, μαζί με τα παιδιά μου αυτή τη φορά, τόσο όμορφα χρόνια..

Όμως όπως και να έχει, ξέρω πια, κάθε ανάμνηση μου, κάθε σκέψη μου, είναι ένα ακόμα εφόδιο, ένα ακόμα ρούχο μέσα στη βαλίτσα της ζωής μου. Από εκείνες τις βαλίτσες που τις γεμίζεις και τις γεμίζεις και στο τέλος κοιτώντας μέσα τους κλείνεις χαρούμενος-η το φερμουάρ τους....


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου