Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΕΝΑΣ ΣΟΥΠΕΡ ΗΡΩΑΣ

Μία φορά και έναν καιρό σε μία απομακρυσμένη γωνιά της Αθήνας ζούσε ένα νεαρό αγόρι ο Άκης ο Σφουγγαράκης.

Ο Άκης πήγαινε κάθε πρωί σχολείο και το απόγευμα, αφού τελείωνε τα μαθήματά του, πήγαινε στην ταβέρνα του παππού του και βοηθούσε στο σερβίρισμα. Βλέπεις ο παππούς του ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και οι γονείς του Άκη δούλευαν μέρα-νύχτα στο εργοστάσιο για να τα βγάλουν πέρα. Όμως όσο φτωχοί και αν ήταν, όσο δύσκολα και αν περνούσαν, δε ξεχνούσαν ποτέ τους άστεγους. Πάντα πρόσφεραν ένα πιάτο φαγητό σε όλους εκείνους που το είχαν ανάγκη.

Έτσι ήταν και ο Άκης. Πάντα μοιράζονταν το φαγητό του με τη φίλη του την Μένια τη Ροζένια, η οποία είχε έρθει από μία μακρινή χώρα την Αφρική. Κάθε πρωί που πήγαινε σχολείο, αφού την καλημέριζε, έκοβε το τοστ στη μέση και της έδινε το ένα κομμάτι και εκείνη με δάκρυα στα μάτια το έπαιρνε με ευλάβεια και το έτρωγε προσεκτικά. Ήταν τόσο προσεκτική που όταν της έπεφτε ένα ψίχουλο πάνω στο ροζ φουστάνι της αμέσως το μάζευε και με προσοχή το έβαζε στο σακουλάκι.

Ένα σκοτεινό και κρύο βράδυ ο παππούς μπήκε φουριόζος μέσα στο μαγαζί και φώναξε τον Άκη να του φέρει ένα ποτήρι νερό. Ο Άκης έτρεξε αμέσως στην κουζίνα και επιστρέφοντας έδωσε το ποτήρι στον παππού του.

«Μείνε εδώ και μην κουνηθείς μέχρι να γυρίσω» είπε στον Άκη

Ο Άκης υπάκουσε. Έμεινε εκεί, ακούγοντας σειρήνες, φασαρία, φωνές. Δεν ήξερε τι γινόταν. Έκλεισε απλά τα αυτιά του γιατί φοβόταν.


Την επόμενη ημέρα άκουσε τους γονείς του να μιλάνε για εκείνον τον άστεγο στη γωνία που δεν άντεξε το πολύ κρύο και πέθανε.

Ο Άκης στεναχωρήθηκε πάρα πολύ. Δεν ήξερε τι γίνεται ακριβώς όταν πεθαίνεις αλλά αυτό που ήξερε ήταν ότι όλοι γινόμαστε αστέρια.

Εκείνη την ημέρα πήγε πολύ στεναχωρημένος στο σχολείο. Δε μίλησε ούτε στη Μένια. Απλά καθόταν και κοιτούσε τον ουρανό.

Η ημέρα πέρασε για να δώσει τη θέση της στη νύχτα. Όλα τα αστέρια είχαν βγει στον ουρανό και έφεγγαν το δωμάτιο του Άκη.

Ο Άκης τότε σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο παράθυρο. Τράβηξε την κουρτίνα και κοιτώντας τα αστέρια ευχήθηκε να είχε τη δύναμη να μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και να μπορεί να βοηθάει τους φτωχούς.

Έπειτα έκανε την προσευχή του και ξάπλωσε στα ζεστά σκεπάσματά του.

Το βράδυ και ενώ κοιμόταν σα να του φάνηκε ότι άκουσε φασαρία κάτω από το κρεβάτι του. Άναψε το φως, σήκωσε το πάπλωμα και τότε...τον είδε..

Είδε ένα πράσινο ανθρωπάκι σε σχήμα φιδιού να προσπαθεί να σκάψει το πάτωμα.

Ο Άκης άρχισε να φωνάζει και το ανθρωπάκι το ίδιο. Αφού φώναξαν και οι δύο έμειναν να κοιτάζονται κουρασμένοι.

Τότε το μικρό πράσινο ανθρωπάκι είπε: «Γεια σου! Με λένε Λούλη Καλτσούλη. Εσένα;»

«Άκη Σφουγγαράκη».

«Α, ώστε εσύ είσαι ο μικρός Άκης που ευχήθηκες να μπορείς να βοηθάς τον κόσμο. Σωστά»;

«Ναι, εγώ είμαι. Αλλά ο παππούς λέει ότι αυτό δε γίνεται».

«Και όμως γίνεται μικρέ μου. Ακολούθησε με».

«Που» ρώτησε ο Άκης.

«Θα δεις» απάντησε ο Λούλης και ξαφνικά άνοιξε η ντουλάπα του και ένα μαγικό φως ξεπρόβαλλε.

«Έλα πάμε γρήγορα» φώναζε ο Λούλης.

Ο  Άκης τον ακολούθησε και με ένα πήδημα βρέθηκε μέσα στο πολύχρωμο φως.

Έκλεισε τα μάτια του και όταν τα άνοιξε βρέθηκε ψηλά, πολύ ψηλά. Σε ένα στρογγυλό πλανήτη.

«Που είμαστε»; Ρώτησε τον Λούλη

«Είμαστε στον πλανήτη των ευχών. Εδώ ότι ευχή και να κάνεις θα πραγματοποιηθεί».

«Μα πως»;

Δοκίμασε το. Εύχομαι να γίνω ένας σούπερ ήρωας και να βοηθάω τον κόσμο και τους φτωχούς είπε ο  Άκης δυνατά.

Τότε αέρας άρχισε να φυσάει και ο  Άκης έγινε χελώνα. Απέκτησε καβούκι και μάσκα.

«Μα τι μου συμβαίνει» ρώτησε ο  Άκης

«Έγινες ήρωας πια. Το πρωί θα πας κανονικά στο σχολείο σου και το βράδυ θα γίνεσαι ο Νούλης ο χελωνούλης και θα βοηθάς τους φτωχούς».

«Και πως θα το καταφέρω αυτό»;

«Αυτό εσύ θα το βρεις μικρέ μου» είπε ο Λούλης και τον έσπρωξε μακριά.

Ο  Άκης άρχισε να πετάει και προσγειώθηκε στην ταράτσα του σπιτιού του.

Μα πως να βοηθάω τους φτωχούς αναρωτήθηκε; Μα ναι. Πως δεν το σκέφτηκα. Θα φτιάξω ένα μεγάλο εργοστάσιο σαν αυτό που δουλεύει η μαμά και ο μπαμπάς και θα τους κάνω διευθυντές. Δε ξέρω τι σημαίνει αυτή η λέξη βέβαια αλλά για να τη λέει συνέχει η μαμά « ο καλός διευθυντής και ο καλός διευθυντής» μάλλον έτσι θα είναι. Έπειτα όποιον βρίσκω στο δρόμο θα τον παίρνω στο εργοστάσιο να δουλεύει και θα τους δίνω φαγητό και θα έχουν και ένα κρεβάτι για να κοιμούνται στα ζεστά. Όμως...σκέφτηκε. Τι θα φτιάχνει αυτό το εργοστάσιο; Α, το βρήκα. Κεφτεδάκια και λουκάνικα και σαλάτες και πατάτες. Σαν όλα αυτά που έχει ο παππούς στο μαγαζί. Και όλοι θα είναι ευτυχισμένοι.

Κάνοντας αυτές τις σκέψεις άρχισε να ξημερώνει και ο  Άκης έτρεξε γρήγορα στο κρεβάτι του. Ήθελε το μυστικό αυτό να μείνει κρυφό.

Έκλεισε τα μάτια του χαμογελώντας. Άκουσε τη φωνή της μαμάς του και ένιωσε τα χάδια της στα μαλλιά του.

«Ξύπνα γλυκέ μου. Ώρα να πας σχολείο».

Ο  Άκης άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τη μαμά του. Σα να του φάνηκε πιο χαρούμενη από κάθε άλλη ημέρα.

Τότε άκουσε και τον μπαμπά να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει: «Ναι, εγώ είμαι ο τυχερός. Εγώ κέρδισα στο λαχείο. Θα έρθω από εκεί να τα πούμε».

Είδε τη μαμά του να κλαίει. Την αγκάλιασε και τη ρώτησε «γιατί κλαις μανούλα»;

«Είναι δάκρυα χαράς αγάπη μου. Βλέπεις κερδίσαμε πολλά λεφτά και τώρα πια ο μπαμπάς και εγώ δε θα δουλεύουμε τόσες πολλές ώρες. Και εσύ θα πάρεις καινούργια ρούχα και..»

«Δε θέλω ρούχα μαμά. Θέλω να φτιάξουμε ένα εργοστάσιο για να βοηθήσουμε όλους τους άστεγους. Όπως κάνει ο παππούς».

«Μα αγάπη μου είναι δύσκολο αυτό που λες. Πως θα τους φροντίσεις όλους»;

«Είμαι ένας σούπερ-ήρωας και θα τα καταφέρω» είπε ο Πάκης

Η μαμά γέλασε, τον πήρε αγκαλιά και του είπε: «Μικρέ μου ήρωα, δε χρειάζεται να φτιάξεις ένα εργοστάσιο για να μπορέσεις να βοηθήσεις όλους τους φτωχούς. Αρκεί να έχεις θέληση και αγάπη στην καρδιά σου. Αρκεί να τους χαμογελάς και να τους προσφέρεις ένα πιάτο φαγητό όπως κάνει και τώρα ο παππούς. Αρκεί να τους δίνεις τα ρούχα που εσύ δε φοράς ή τα παιχνίδια που δεν παίζεις. Και μία κουβέρτα ή τα μπουφάν σου θα τους βοηθούσαν. Τότε θα είσαι ήρωας. Ο δικός τους σούπερ ήρωας».

«Δεν καταλαβαίνω βρε μαμά» είπε ο  Άκης

«Θα καταλάβεις όταν μεγαλώσεις. Ο κόσμος μας δεν είναι όμορφος, όμως εμείς μπορούμε να τον κάνουμε να είναι. Και είμαστε όλοι ήρωες. Σούπερ ήρωες μάλιστα αρκεί να το πιστέψουμε. Απλά ο καθένας βοηθάει με το δικό του τρόπο. Και τώρα ντύσου, άργησες στο σχολείο»

«Ναι μαμά» είπε ο  Άκης και σηκώθηκε να ντυθεί.

Χρόνια αργότερα όταν θα μεγάλωνε θα καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε η μαμά του.

Και όσο για εσάς παιδιά μου αν τον δείτε τα βράδια να κυκλοφορεί με τη στολή του βοηθήστε τον να προσφέρει ρούχα και ότι άλλο θέλετε σε όλους εκείνους που δεν έχουν σπίτι και φαγητό. Και μη ξεχνάτε. Είστε όλοι ήρωες!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου