Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ

Η παρακάτω ιστορία αποτελεί μία μικρή έμπνευση κοιτώντας το συντριβάνι που κοσμεί την πλατεία του Αγίου Νικολάου στη Χαλκίδα. 

Όμως η έμπνευση ήρθε και από μία ιδέα των συμφοιτητριών μου Νεφέλη, Εύα και Δήμητρα, προκειμένου να παρουσιάσουν την εργασία τους για το μάθημα της προόδου στο κουκλοθέατρο στο τμήμα Βοηθός Βρεφονηπιοκόμων στο Δημόσιο ΙΕΚ Χαλκίδας.

Όποια όμως και αν ήταν η αφορμή για να γράψω, ελπίζω αυτό το ταξίδι στο βυθό να το ευχαριστηθείτε και εσείς, όπως το ευχαριστήθηκα και εγώ...

Καλή ανάγνωση..

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό τόπο ζούσε ένα μικρό κοριτσάκι που το έλεγαν Αλεξάνδρα.

Ένα κρύο απόγευμα λίγο πριν τα Χριστούγεννα καθώς καθόταν στο κρεβάτι της και διάβαζε ένα παραμύθι σα να της φάνηκε ότι άκουσε φασαρία μέσα από τη ντουλάπα της. Σκέφτηκε ότι θα είναι ιδέα της, όμως ο θόρυβος όλο και μεγάλωνε. Ήθελε να φωνάξει τη μητέρα της όμως κάτι μέσα της δεν την άφηνε. Αποφάσισε να σηκωθεί και να δει μόνη της τι ήταν αυτός ο θόρυβος.

Άφησε το παραμύθι πάνω στο κρεβάτι της και αφού φόρεσε τις παντόφλες της κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα. Οι φωνές όλο και δυνάμωναν. Πήρε βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα και τότε τα είδε. Είδε δύο μικρά ανθρωπάκια με πράσινα και κόκκινα μαλλιά να την κοιτάνε σαστισμένα.

«Στο είπα ότι θα μας ξυπνήσει. Εσύ φταις για όλα».

«Όχι εσύ φταις με τη ξεροκεφαλιά σου. Καλά λέει η μαμά ότι είσαι εγωιστής και πεισματάρης».

Η Αλεξάνδρα δε μιλούσε. Μόνο τους κοίταζε να τσακώνονται. Αφού συνήλθε και επειδή τους έβλεπε να τσακώνονται συνέχεια γύρισε και τους είπε: «Ει ηρεμήστε τώρα. Να σας θυμίσω ότι είστε στη ντουλάπα μου. Αλήθεια τι γυρεύετε εδώ;»

Τα ανθρωπάκια γύρισαν και την κοίταξαν.

«Τι γυρεύουμε εδώ»;

«Α, τι γυρεύουμε εδώ» επανέλαβε και το δεύτερο ανθρωπάκι.

Τότε το λόγο πήρε ξανά το πρώτο και είπε: «Εμείς ήρθαμε από ένα μακρινό νησάκι κοντά στη Καραϊβική. Ξέρεις που είναι;»

«Όχι, δε ξέρω» είπε η μικρή Αλεξάνδρα

«Ήμουν σίγουρος. Λοιπόν, όπως σου έλεγα ήρθαμε από εκείνο το νησάκι γιατί ακούσαμε που ευχήθηκες ότι ήθελες να γνώριζες μια γοργονίτσα».

«Ναι θέλω. Μπορείτε να μου γνωρίσετε;» ρώτησε με τα μάτια της να λάμπουν η Αλεξάνδρα.

«Μα φυσικά. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να πιάσεις το χέρι μου» είπε το μικρό ανθρωπάκι.

«Και να πεις: Νερό, νεράκι, στριφογυριστό και πως γυρνάω δες στο λεπτό γοργόνα για να δω».

Τότε το ένα ανθρωπάκι της έπιασε το χέρι και ξαφνικά μία θάλασσα ρουφήχτρα εμφανίστηκε στη ντουλάπα.. στριφογύριζαν για ώρα μέχρι που κατέληξαν σε ένα μικρο νησάκι, κάτω από τη θάλασσα.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε και τίναξε τα ρούχα της ενώ κοίταξε γύρω της.

Μεγάλα δέντρα με τεράστιες καρύδες βρίσκονταν παντού στο θαλάσσιο νησί. Σηκώθηκε και έψαξε τα ανθρωπάκια όμως ήταν άφαντα. Ξαφνικά είδε κάτι να κινείται στην άμμο. Άρχισε να σκάβει και τα είδε που τσακώνονταν.

«Με έπιασε ναυτία. Εσύ φταις»

«Εγώ γιατί φταίω»;

«Γιατί σου έχω πει ότι δεν αντέχω αυτά τα ταξίδια και όλο μαζί σου με παίρνεις»

«Μα είσαι υποχρεωμένος να έρθεις μαζί μου ως ειδικευόμενος φύλακας του βυθού. Αυτές είναι οι οδηγίες του βιβλιοσύμπαντος του βυθού».

«Ωχ καλά λοιπόν. Αλλά την επόμενη φορά πρέπει να βρούμε άλλο τρόπο για να γίνεται πιο ευχάριστο το ταξίδι μας».

«Τι είναι εδώ;» είπε η Αλεξάνδρα

«Εδώ είναι το νησάκι Βυθόκοσμος. Πρόκειται για ένα πολύ μικρό νησάκι στο οποίο ζούμε όλα εμείς τα μαγικά πλάσματα της θάλασσας».

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή, εδώ ζούνε γοργόνες, πολύχρωμα ψάρια με χέρια και πόδια, αστερίες, ιππόκαμποι και τόσα άλλα που δεν έχεις την ευκαιρία να βλέπεις καθημερινά».

«Και γιατί δεν τα βλέπω;»

«Γιατί μικρό μου κορίτσι οι άνθρωποι είναι κακοί. Μολύνουν συνεχώς τις θάλασσες μας με πετρέλαια και άλλα τόσα άχρηστα υλικά. Έπειτα έρχονται και τα παιδιά που μας κυνηγάνε με την απόχη και μας κοιτάνε που πεθαίνουμε γελώντας. Ακόμα χειρότερα, μας πιάνουν και μας κλείνουν και σε γυάλες για να διακοσμούμε τα σπίτια τους. Μας φυλακίζουν σε έναν κόσμο που δε θέλουμε να ζούμε».

«Για αυτό και εμείς κρυβόμαστε εδώ. Σε αυτό το νησάκι που δεν το ξέρουν οι άνθρωποι και δε θα το μάθουν. Υπόσχεσαι να μην το μαρτυρήσεις;» είπε το άλλο ανθρωπάκι.

«Ναι, υπόσχομαι» είπε η Αλεξάνδρα

«Ωραία και τώρα ετοιμάσου. Η βασίλισσα των γοργόνων σε περιμένει»

Η Αλεξάνδρα έφτιαξε λίγο το φορεματάκι της, χτένισε τα μαλλάκια της με το κοκκαλάκι που της είχε δώσει η γιαγιά της και κατευθύνθηκε προς το παλάτι των γοργόνων.

Μία μεγάλη γοργόνα με μπλε, κόκκινη και χρυσή ουρά και ένα μπλουζάκι γεμάτο ροζ κοχύλια καθόταν αναπαυτικά στο θρόνο της, ενώ τα πλούσια μαύρα μαλλιά της έπεφταν περίτεχνα στους ώμους της.

Η Αλεξάνδρα υποκλίθηκε μπροστά της και έπειτα την κοίταξε λέγοντας της: «Τα σέβη μου καλή μου και όμορφη γοργόνα μου».

«Σήκω πάνω μικρή και άσε τις υποκλίσεις. Δεν ταιριάζουν σε εμένα αυτά. Είμαι ίση με εσένα και για να στο αποδείξω υποκλίνομαι και εγώ μπροστά σου» είπε η Νίτσα η γοργονίτσα και έκανε μία βαθιά υπόκλιση μπροστά στην Αλεξάνδρα.

«Μου είπαν οι φίλοι μου από εκεί ότι ήθελες να γνωρίσεις μία γοργόνα. Πως και αυτό;»

«Να μου είπε η γιαγιά μου ότι παλιά, είχε δει και δεν την πίστευα. Και της έλεγα ότι άμα δεν το δω δε σε πιστεύω βρε γιαγιά. Δεν υπάρχουν γοργόνες».

«Α, είδες όμως ότι υπάρχουν. Και η γιαγιά σου πως την είχε δει;»

«Μου είπε ότι είχε πάει με το μπαμπά της για ψάρεμα και είδε την ουρίτσα από μία γοργόνα που είχε πιαστεί στα δίχτυα του πατέρα της. Όμως δεν είπε τίποτα, έσκυψε και τη βοήθησε να ελευθερωθεί πριν τη δει ο πατέρας της. Η γοργόνα τότε σήκωσε το κεφάλι της και την ευχαρίστησε και της υποσχέθηκε να μη ξεχάσει ποτέ το καλό που της έκανε».

«Η γιαγιά σου; Πως την έλεγαν» ρώτησε η Νίτσα

«Αθανασία» είπε η Αλεξάνδρα

«Μα ναι. Η μικρή Αθανασία με τα κόκκινα μαλλιά. Τη θυμάμαι. Εγώ ήμουν η γοργόνα που ελευθέρωσε και της είχα υποσχεθεί ότι για τη βοήθεια της αυτή, όταν με χρειαστεί θα είμαι εκεί».

«Και πως σε χρειάστηκε» ρώτησε η Αλεξάνδρα

«Μάλλον ευχήθηκε και εκείνη μαζί με εσένα να γνωρίσεις μία γοργόνα. Μα πως δεν το σκέφτηκα η χαζή. Μοιάζετε κιόλας» είπε η Νίτσα και κατευθύνθηκε κοντά στην Αλεξάνδρα.

Η Αλεξάνδρα κοιτώντας τη μεγαλοπρεπή φιγούρα της γοργόνας και το φως που έλαμπε γύρω της ένιωσε δέος και έσκυψε το κεφάλι. Η Νίτσα τότε της έπιασε το κεφαλάκι και αφού της το σήκωσε αργά, άρχισε να τραγουδάει:

«Τα όνειρα σου είναι για εμάς, τα όνειρα σου είναι για εσένα, άνοιξε τα μάτια σου και δες καθαρά, πόσα όμορφα έχω για εσένα.

Χριστούγεννα έρχονται ξανά και όλα μοιάζουν γιορτινά. Κάθε σου ευχή να είναι γιορτή, άνοιξε τα μάτια σου και δες τη γιορτή.

Πάτα στα πόδια σου γερά και πίστεψε σε εσένα καλά. Όλα αυτά είναι ένα όνειρο τρελό όμως μοιάζει τόσο αληθινό.

Αγκάλιασε τους γονείς σου σφιχτά και ζήσε μαζί τους τη χαρά. Τη γιαγιά σου πάρε αγκαλιά και δώσε και στον παππού σου πολλά φιλιά και όλα θα μοιάζουν ξανά με γιορτή, άνοιξε τα μάτια σου και δες τη γιορτή».

Η Αλεξάνδρα τότε σήκωσε το πρόσωπο της, άνοιξε τα μάτια της και είδε τη μαμά της να της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά.

«Άντε αγάπη μου. Σήκω. Πρέπει να πάμε και στη γιαγιά».

Η Αλεξάνδρα κοίταξε τη μαμά της, την αγκάλιασε και τη ρώτησε αν είδε και εκείνη καμία γοργόνα εδώ γύρω.

Η μαμά της γέλασε δυνατά: « Γοργόνα; Μα έλα τώρα. Σα να ακούω τη γιαγιά σου να μιλά».

«Όχι μαμά. Την είδα, σου λέω αλήθεια και σου έμοιαζε κιόλας. Ίσως και εσύ μαμά να είσαι μία γοργόνα».

«Αν πιστεύεις αυτό τότε θα είμαι. Ξέρεις αγάπη μου, για να κάνουμε κάτι πρέπει πρώτα να το πιστέψουμε πολύ. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να το πραγματοποιήσουμε. Βάζοντας τα δυνατά μας, με μόνο μας οδηγό την πίστη. Να το θυμάσαι και πάντα να πιστεύεις στον εαυτό σου».

Η Αλεξάνδρα κούνησε το κεφάλι και σηκώθηκε να ετοιμαστεί. Είχε πολλά να συζητήσει με τη γιαγιά της.

Και όσο για εσάς, μικροί και μεγάλοι, πιστέψτε σε εσάς, πιστέψτε στα όνειρά σας και που ξέρετε; Καμία φορά μπορεί και να βγουν αληθινά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου