Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

ΣΕ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ ΤΡΑΠΕΖΙΑ

Κυριακή σήμερα και ξύπνησα αρκετά νωρίς. Βλέπεις ήθελα να απολαύσω την ημέρα μου. Αφού λοιπόν έφτιαξα τον καφέ μου κάθισα αραχτή και έριξα μία ματιά στον υπολογιστή. Εκεί λοιπόν που χάζευα άκουσα τον γνώριμο ήχο του μηνύματος στο Facebook. Ήταν η φίλη μου η Γιάννα.

«Έλα ρε τι κάνεις; Ψήνεσαι σήμερα να πάμε σε ένα ταβερνάκι που παίζει ο πεθερός της Εύας;» μου είπε.

«Τι ώρα λέτε»;

«Κατά τις 2» μου απάντησε.

Αφού το σκέφτηκα από εδώ, το σκέφτηκα από εκεί, είδα ότι αυτό ήταν κάτι που είχα να το κάνω καιρό, είπα γιατί όχι;

«Εντάξει, τα λέμε εκεί» της απάντησα.

Δύο η ώρα περνούσα το κατώφλι της μικρής ταβερνούλας και λίγη ώρα αργότερα μαζευτήκαμε όλοι. Αρχίσαμε να παραγγέλνουμε και να απολαμβάνουμε όλα εκείνα τα νόστιμα φαγητά που φτιάχνει η κυρία Τούλα. Και το κρασί έρεε άφθονο ενώ ο πεθερός της Εύας άρχισε να τραγουδάει ανεβάζοντας το κέφι στα ύψη.

Λίγη ώρα κράτησαν μόνο τα εθιμοτυπικά κλισέ του τύπου να είσαι σοβαρή, να απολαμβάνεις το φαγητό σου, να γελάς διακριτικά. Λίγη ώρα μέχρι να σηκωθεί η Νεφέλη και να ρίξει το πρώτο κούνημα στο τσιφτετέλι «Τα κορμιά και τα μαχαίρια». Τι και αν ήταν μικρό το μαγαζί; Εκείνη βρήκε χώρο, πάντα βρίσκει χώρο. Την ακολουθήσαμε και εμείς. Τα τσιφτετέλια έγιναν νησιώτικα, τα νησιώτικα ζεϊμπέκικα και μία ταβέρνα έγινε πίστα διασκέδασης. Ποτήρια υψώνονταν στον αέρα, άνθρωποι γέλαγαν και τραγούδαγαν, χόρευαν, διασκέδασαν σαν να μην υπάρχει αύριο. Σαν να μην υπάρχει χθες, μόνο τώρα.

Κοιτώντας τα κορίτσια αλλά και όλο τον υπόλοιπο κόσμο να χορεύει, όταν έκατσα πια για λίγο να πιω νερό, θυμήθηκα τα οικογενειακά τραπέζια που κάναμε όσο ζούσε ο παππούς αλλά και ο μπαμπάς. Ήταν παράδοση κάθε Κυριακή μεσημέρι να μαζευόμασταν στην αυλή της γιαγιάς τα καλοκαίρια και στη μεγάλη τραπεζαρία το χειμώνα και να τρώμε και να γελάμε και καμία φορά να χορεύουμε κιόλας.

Θυμάμαι τις γυναίκες, μαζί και εγώ, να πηγαινόερχονται μέσα έξω και να φέρνουν πιατέλες με φαγητά. Σαλάτες, πατάτες τηγανητές, τζατζίκι, μελιτζανοσαλάτα, τυροπιτάρια και φυσικά μπριζόλες και λουκάνικα ψημένα στα κάρβουνα ήταν το τραπέζι μας...για λίγες ώρες! Μη μιλήσω για το κρασί που έπιναν συνεχώς οι μεγάλοι φωνάζοντας κάθε λίγο «Γεια μας», «Πάντα τέτοια» κτλ ενώ εμείς αρκούμασταν στην Coca-Cola, αναψυκτικό που εξακολουθεί να παραμένει ακόμα και χρόνια μετά αγαπημένο. Άσε που πάντα στο τραπέζι υπήρχε ο θείος Κώστας ο οποίος με τα αστεία του έκανε τον παππού να πνίγεται και να του φωνάζει συνεχώς: «Αμάν ρε Κώστα, γιαβρί μου, θα μας πνίξεις». Και όλοι λύνονταν στα γέλια και δώστου πάλι τα τσουγκρίσματα.

Και αφού τελείωνε το φαγητό, κάθοταν όλοι αναπαυτικά στο σαλόνι, τρώγανε το γλυκάκι τους και μιλούσαν για την πολιτική, το χρηματιστήριο κ.α. κουβέντες βαρετές για παιδιά, ενώ οι γυναίκες μοιράζονταν τα νέα της εβδομάδας και εμείς τα παιδιά παίζαμε τυφλόμυγα, αγαλματάκια και άλλα τόσα παιχνίδια. Αργά πια το απόγευμα αποχωρούσαμε σιγά-σιγά, με τη γιαγιά και τον παππού να μας χαιρετάνε, δίνοντας μας και από ένα χαρτζιλίκι και τη μαμά και τον μπαμπά να μας βάζουν πίσω στα καθίσματα δεμένους με ζώνη και ύστερα στο σπίτι πια να μας αγκαλιάζουν σφιχτά και να μας λένε καληνύχτα.

Έπειτα τα χρόνια πέρασαν και μεγάλωσα. Έφυγα και πήγα φοιτήτρια. Τα τραπέζια συνεχίστηκαν χωρίς εμένα αν και όποτε ανέβαινα δεν παρέλειπα να πηγαίνω. Το ευχαριστιόμουν, το ζητούσα, το ήθελα. Βλέπεις όσο καλά και αν περνούσα με τους φίλους μου, την οικογένειά μου δεν την άλλαζα. Άσε που το φαγητό, η ζωντανή μουσική κτλ στο Ρέθυμνο, όπου σπούδαζα, ήταν καθημερινή συνήθεια. Αλλά εκείνα τα τραπέζια τα οικογενειακά μου έλειπαν.

Κάποια χρόνια μετά όταν «έφυγε» ο παππούς και έπειτα και ο μπαμπάς, σταμάτησαν κάθε είδους τραπέζια, αν και κάποιες φορές τα κάνουμε με τα αδέρφια, τη μαμά και τη γιαγιά. Σίγουρα δεν είναι όπως εκείνα, αλλά έχουν ακόμα την ίδια θαλπωρή, την ίδια ζεστασιά, τα ίδια συναισθήματα..

Έτσι και σήμερα, όταν μετά από καιρό, πήγα σε ταβερνάκι και έζησα αυτές τις στιγμές, ένιωσα όπως και τότε. Παιδί. Ήμουν απλά ευτυχισμένη, όχι μόνο γιατί ήμουν ανάμεσα σε καλούς φίλους, αλλά και γιατί έβλεπα όλο τον κόσμο να γίνεται μία μεγάλη παρέα. Να ξεφεύγει από τα όρια του, να διασκεδάζει με τη ψυχή του, να φεύγει από τη μιζέρια που προσπαθούν να μας επιβάλλουν και να ζούνε ελεύθεροι και χαρούμενοι.

Γιατί τα οικογενειακά και τα φιλικά τραπέζια είναι τα καλύτερα! Γιατί είναι ένας από τους πιο ωραίους τρόπους διασκέδασης, χωρίς να στριμώχνεσαι σε κλαμπ και να στέκεσαι όρθιος. Ναι φυσικά και θα πας και για ποτό δε λέω...αλλά ξέρετε κάτι; Κυνηγήστε αυτά τα τραπέζια για να νιώσετε την καρδιά σας πραγματικά γεμάτη....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου