Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τι έγινε όταν βρέθηκαν ο κύριος Σούλης ο Σακούλης, ο Άκης ο Σφουγγαράκης, η Φένια η Νεραϊδένια και οι τρεις καλτσάτοι;; Θα το μάθετε διαβάζοντας την παρακάτω ιστορία....

Καλή ανάγνωση...

Μία φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό τόπο ζούσε ο κύριος Σούλης ο Σακούλης. Ήταν ένας γεράκος με ζεστό χαμόγελο ενώ το χαρακτηριστικό του ήταν το μεγάλο καπέλο του με τα πολύχρωμα αστέρια.

Ένα κρύο βράδυ και ενώ ο κύριος Σακούλης καθόταν μπροστά στο τζάκι του και διάβαζε το βιβλίο του άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα.

Σηκώθηκε φορώντας το καπέλο του και πήγε να ανοίξει. Φτάνοντας εκεί ρώτησε «Ποιος είναι»

«Ανοίξτε μας καλέ μας κύριε. Κρυώνουμε και πεινάμε».

Ο κύριος Σακούλης άνοιξε διστακτικά την πόρτα του. Στο κατώφλι στέκονταν μια κοπέλα, τρία μικρά νανάκια και ένα νεαρό αγόρι. Κατέβασε λίγο τα γυαλιά του και αφού τους εξέτασε προσεκτικά τους είπε: «Περάσετε. Καλώς ορίσατε στο σπιτικό μου. Τι σας φέρνει στα μέρη μας» συνέχισε ρωτώντας ο κύριος Σακούλης.

«Να χάθηκα στο δάσος είπε ο Άκης ο Σφουγγαράκης και οι φίλοι μου προσπάθησαν να με βοηθήσουν να βρω το δρόμο. Αλλά χάθηκαν και εκείνοι».

«Α και πώς λέγονται οι φίλοι σου»;

Η κοπέλα με το ροζ φουστάνι πήρε το λόγο και είπε «Εγώ λέγομαι Φένια η Νεραϊδένια και έρχομαι από ένα μακρινό τόπο την Αφρική. Τριγυρνάω συνεχώς σε όλο τον κόσμο και βοηθάω ανθρώπους που έχουν ανάγκη».

«Αααα ωραία! Και εσείς οι τρεις» ρώτησε ο κύριος Σακούλης κατεβάζοντας ακόμα πιο πολύ τα γυαλιά του.

«Εμείς είμαστε οι τρεις καλτσάτοι. Είμαστε αδέρφια και ζούμε στο δάσος. Όμως είμαστε τόσο μικροί και μας πήρε το βράδυ και χάσαμε και εμείς το δρόμο».

«Και εσύ νεαρέ μου; Πως χάθηκες από το σπίτι σου»;

«Τσακώθηκα με τη μαμά μου και νευρίασα τόσο πολύ που της έφυγα από το χέρι. Μάταια προσπαθούσε εκείνη και με φώναζε να πάω κοντά της. Εγώ έτρεχα. Όταν γύρισα να δω πίσω η μαμά μου είχε χαθεί και εγώ δεν ήξερα πού να πάω. Τότε κάθισα και άρχισα να κλαίω και εμφανίστηκε η Φένια η Νεραϊδένια».

«Και πως βρεθήκατε εδώ»;

«Πήραμε το δρόμο του δάσους όμως μας πρόλαβε η νύχτα και χαθήκαμε. Αρχίσαμε να κρυώνουμε, να πεινάμε και είδαμε το σπιτάκι σου. Σε ευχαριστούμε που μας άφησες να περάσουμε τη νύχτα μας εδώ».

«Όμως εσείς δε μας είπατε τίποτα για εσάς» είπαν οι τρεις καλτσατοι στο Σούλη το Σακούλη και συνέχισαν ρωτώντας τον γιατί φοράει αυτό το αστείο καπέλο.

«Για να φέρνω χαρά στους ανθρώπους. Όπως είπατε είναι αστείο. Κάθε παιδί λοιπόν που με συναντάει κοιτώντας το καπέλο μου γελάει. Και όσο γελάει τόσο τα αστέρια λάμπουν. Και στο τέλος είμαι τόσο φωτεινός και τα παιδιά τόσο χαρούμενα».

«Ωραίο ακούγεται» είπε ο Σφουγγαρακης.

«Ναι είναι. Μη ξεχνάτε ότι κάθε ένας από εμάς έχει το δικό του αστέρι. Οπότε όσο εκείνος γελάει τόσο εγώ λάμπω. Να σκέψου και εσύ κάτι χαρούμενο και γελά».

Ο Άκης ακολούθησε τις οδηγίες του και σκέφτηκε τους γονείς του. Αμέσως το ένα αστέρι άρχισε να λάμπει.

Έπειτα η Φένια η Νεραϊδένια σκέφτηκε πόσο θα ήθελε να μη τη σχολιάζουν οι άνθρωποι για το χρώμα της και να την εκτιμάνε για τη βοήθεια που τους έχει προσφέρει. Αμέσως έλαμψε και το άλλο αστέρι.

Ύστερα σκέφτηκαν και οι τρεις καλτσάτοι ότι ζούνε σε ένα ζεστό σπιτικό. Αμέσως έλαμψαν τρία αστέρια.

Ο κύριος Σακούλης είχε αρχίσει να λάμπει ενώ όλοι τον κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα.

Τότε γύρισε και τους είπε: «Ξέχασα να σας πω ότι τα αστέρια μου έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν τις ευχές σας».

«Δηλαδή;» Είπε ο Άκης.

«Δηλαδή όταν ανοίξεις τα μάτια σου θα είσαι σπίτι σου, εσένα Φένια μου θα σε αγαπάνε για αυτό που είσαι και εσείς οι τρεις καλτσατοι θα μείνετε μαζί μου»..

Με μιας άρχισε να τρέμει η γη και ξαφνικά αστέρια απλώθηκαν παντού. Αστέρια και χρυσόσκονη.

Ο Άκης άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε γύρω του και είδε ότι ήταν στο κρεβάτι του ενώ το φωτιστικό
πάνω στο κομοδίνο χάριζε το φως του δημιουργώντας φωτεινά αστέρια. Φώναξε τη μαμά του και την αγκάλιασε σφιχτά ενώ της υποσχέθηκε να μην της φωνάξει πάλι.

Κοίταξε από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα του τη Φένια που καθόταν μόνη της στην αυλή της.

Έβαλε το μπουφάν του, βγήκε από το σπίτι, την πλησίασε και της είπε «Γιατί κάθεσαι μόνη σου εδώ έξω; Θα κρυώσεις».

«Γιατί δε θέλει κανείς να με παίξει επειδή είμαι μαύρη» είπε.

«Εγώ θέλω» της είπε και την προσκάλεσε να πάει σπίτι του. Η μαμά του τους έφτιαξε ζεστό κακάο ενώ εκείνοι κάθισαν στο δωμάτιο και άρχισαν να παίζουν με τα παιχνίδια του Άκη.

Ξαφνικά νιφάδες χιονιού άρχισαν να πέφτουν. Έτρεξαν στο παράθυρο και κοίταξαν απέξω και τότε; Τους είδαν!

Είδαν τον κύριο Σακούλη και τους τρεις καλτσάτους να προχωράνε. Τους χαιρέτησαν και εκείνοι χαμογέλασαν. Όλα από εδώ και μπρος θα πήγαιναν καλύτερα..

Γιατί έτσι είναι παιδιά μου. Όλοι μας έχουμε το δικό μας αστέρι. Και όσο χαμογελάμε εκείνα τόσο θα λάμπουν και θα φωτίζουν τις ζωές μας..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου