Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΕΝΑ PANDA....

Η παρακάτω ιστορία αποτελεί έμπνευση από το δικό μου αρκουδάκι Panda το οποίο το ανακάλυψα πριν 3 χρόνια τυχαία και αποφάσισα να το δώσω μαζί με άλλα αρκουδάκια στο Χαμόγελο του Παιδιού. Μου στοίχισε πολύ που το αποχωρίστηκα αλλά ξέρω ότι έδωσα χαρά σε κάποιο άλλο παιδάκι.. Η παρακάτω ιστορία λοιπόν μπορεί να βασίζεται σε φανταστικά γεγονότα, χαρακτήρες και τόπους, όμως το μόνο αληθινό είναι εκείνο το Panda.. Το Panda μου..

Καλή ανάγνωση.

Λίμνη 1993

Η μικρή Λίζα ήταν δεν ήταν 12 χρονών όταν οι γονείς της αποφάσισαν να μετακομίσουν από τη Λίμνη στη Φλώρινα. Βλέπεις ο πατέρας της πήρε μία πολύ καλή προαγωγή η οποία απαιτούσε να μετακομίσει στη Φλώρινα και να διευθύνει το εκεί εργοστάσιο χαρτιού και ειδών υγιεινής. Η Λίζα δεν είχε δεχτεί πολύ καλά την απόφαση αυτή. Βλέπεις είχε μάθει αλλιώς. Είχε μάθει να σηκώνεται κάθε πρωί και να κοιτάει τη θάλασσα λίγο πριν πάει στο σχολείο. Άσε δε οι συμμαθητές της, ήταν όλοι ένας και ένας. Είχε δεθεί πολύ μαζί τους αφού με τους περισσότερους έμενε στην ίδια γειτονιά και έπαιζαν κάθε απόγευμα κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό, αγαλματάκια ακούνητα, τζαμί και τόσα ακόμα. Όμως η Λίζα συμπαθούσε πολύ και το δάσκαλο της, τον Δαβίδ. Άνθρωπος χαμογελαστός, εγκάρδιος, με τη γλυκιά και ήρεμη φωνή του δεν της περνούσε απαρατήρητος και ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που αγάπησε το διάβασμα και το σχολείο, αφού πάντα ήθελε να είναι η καλύτερη ώστε να παίρνει τα συγχαρητήρια του δασκάλου της.

Τακτοποιώντας τα πράγματα της η Λίζα παρατήρησε και ένα αρκουδάκι. Ήταν το αγαπημένο της panda, δώρο των γονιών της όταν γεννήθηκε. Μεγάλωσε μαζί του. Πόσες φορές δεν το είχε πάρει αγκαλιά ενώ φοβόταν για να κοιμηθει; Πόσες φορές δεν είχε κλάψει όταν το αποχωρίζονταν έστω για λίγο; Πόσες φορές δεν το είχε πάρει μαζί της όπου και αν πήγαινε; Ναι, ήταν το αγαπημένο της αρκουδάκι. Το πήρε προσεκτικά αγκαλιά και πήγε να το βάλει στην κούτα με τα παιχνίδια όταν χτύπησε η πόρτα του δωματίου της και ήταν η κολλητή της φίλη Άννα.

Η Άννα ήταν δύο χρόνια μικρότερη της Λίζας, μικροκαμωμένη με μαύρο μαλλί και δυο μεγάλα πράσινα μάτια. Η Λίζα τη λάτρευε την Άννα. Είχαν μεγαλώσει μαζί και την είχε σαν τη μικρή της αδερφή οπότε αν κάτι της είχε στοιχίσει πάρα πολύ από τη μετακόμισή της ήταν ότι θα την αποχωρίζονταν. Βλέπεις Φλώρινα-Λίμνη όσο και να το κάνεις ήταν απόσταση.

«Ήρθα και εγώ. Τι κάνεις; Ετοιμάστηκες;» ρώτησε με την τσιριχτή φωνή της η Άννα τη Λίζα.

«Ναι, ετοιμάστηκα Άννα μου. Να όλα εδώ είναι τα πράγματα μου».

«Και τώρα τι; Θα πας μακριά δηλαδή; Δε θα σε ξαναδώ;» είπε η Άννα και έβαλε τα κλάματα. «Με ποιον θα παίζω εγώ τώρα; Ποιος θα με προσέχει και θα με συμβουλεύει» αποκρίθηκε και συνέχισε να κλαίει με λυγμούς.

Η Λίζα τότε την πήρε αγκαλιά και της είπε: «Βλέπεις αυτό εδώ το Panda; Είναι ο κύριος Ασπρομαυρούλης. Ήταν δώρο των γονιών μου όταν γεννήθηκα. Να, πάρε τον και όποτε νιώθεις ότι σου λείπω απλά κάνε τον μία αγκαλιά και εγώ θα είμαι εκεί μαζί σου. Άλλωστε υπάρχουν και τα τηλέφωνα. Να μου τον προσέχεις μόνο».

Η Άννα πήρε τον ασπρομαυρούλη στα χέρια της. «Δηλαδή είναι δικός μου τώρα; Είναι πολύ όμορφος Λίζα. Θα τον προσέχω και θα τον αγαπάω σαν τα μάτια μου» είπε και τον αγκάλιασε πολύ σφιχτά.

«Ε, θα τον σκάσεις βρε. Μην το σφίγγεις τόσο» είπε η Λίζα και ξέσπασαν και οι δύο σε γέλια.

Η ώρα του αποχωρισμού έφθασε.

«Αντίο. Στο καλό να πάτε και να προσέχετε» φώναζαν φίλοι και συγγενείς του ζευγαριού καθώς το αμάξι είχε αρχίσει να αναχωρεί από το σπίτι.

Η Λίζα κοίταξε από το παράθυρο. Είδε την Άννα να τη χαιρετάει κρατώντας αγκαλιά εκείνο το panda. Ήταν και η τελευταία φορά που την έβλεπε.

Αθήνα 2018

Η Λίζα κοίταξε το ρολόι της. Είχε ήδη πάει 07:00 το πρωί. Ήπιε βιαστικά τον καφέ της, φίλησε πεταχτά το σύζυγό της και ετοιμάστηκε να πάει στη δουλειά της.

«Μη ξεχάσεις, σήμερα έχουμε ραντεβού για την υιοθεσία. Στις 16:00 να είσαι εκεί» φώναξε καθώς άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος.

Η Λίζα ήταν πια στέλεχος μιας μεγάλης εταιρείας. Βλέπεις οι σπουδές της πρώτα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και ύστερα τα δυο μεταπτυχιακά της στην Αγγλία της είχαν εξασφαλίσει μία πολύ καλή θέση σε μία γνωστή Αθηναϊκή Ναυτιλιακή εταιρεία με παραρτήματα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Η Λίζα καλημέρισε τη γραμματέα της και κατευθύνθηκε στο γραφείο της. Έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά για να μπορέσει να ξεχάσει την αγωνία της και την ανυπομονησία της για το προκαθορισμένο ραντεβού. Η μέρα όμως αρνιόταν να συμμεριστεί την προσπάθεια της αυτή και οι δείκτες του ρολογιού χτύπαγαν αδυσώπητα κάνοντας ένα σπαστικό θόρυβο που αντηχούσε σε όλο το γραφείο, «Τικ, τακ, τικ, τακ» άκουγε συνεχώς και σαν να της φαινόταν ότι το ρολόι σταμάταγε επίτηδες την ώρα, σαν να ήθελε να παρατείνει και άλλο την αγωνία της.

Ώρα 15:00

Μάζεψε τα πράγματά της και κατευθύνθηκε προς το υπόγειο πάρκινγκ της εταιρείας. Έβαλε μπρος το αυτοκίνητό και κατευθύνθηκε προς το ορφανοτροφείο. Στο δρόμο πήρε τηλέφωνο τον σύζυγό της.

«Έλα αγάπη μου. Που είσαι; Εγώ τώρα πάω προς το ορφανοτροφείο».

«Και εγώ προς τα εκεί κατευθύνομαι μωρό μου. Τα λέμε σε μισή ώρα από κοντά».

Συναντήθηκαν μισή ώρα μετά και εισήλθαν στη βαριά και σιδερένια πόρτα του ορφανοτροφείου. Ορφανοτροφείο «Η Ελπίς» έγραφε μία μεγάλη ταμπέλα.

Χτύπησαν την πόρτα. Μία ευτραφής ξανθιά κυρία τους άνοιξε.

«Καλησπέρα σας. Πρέπει να είστε το ζεύγος Χωριάτογλου. Παρακαλώ περάστε. Η κυρία Παπουτσή σας περιμένει».

Κατευθύνθηκαν προς το κεντρικό γραφείο, περιεργαζόμενοι το χώρο γύρω τους. Λουλούδια κοσμούσαν κάθε χώρο ενώ το ορφανοτροφείο διέθετε γυμναστήριο, χώρο αναψυχής, βιβλιοθήκη και γενικά ήταν ένα από τα πιο σύγχρονα ορφανοτροφεία της περιοχής.

Τις σκέψεις τους διέκοψαν οι φωνές των παιδιών. Η Λίζα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είδε μία τεράστια αυλή γεμάτη λουλούδια και δέντρα και πολλά, πάρα πολλά παιδιά. Άλλα τρέχανε, άλλα φωνάζανε, άλλα έπαιζαν μόνα τους και άλλα σε ομάδες. Την προσοχή της όμως τράβηξε ένα μικρό κοριτσάκι με μαύρα μαλλάκια και πολύ μικροκαμωμένο. Καθόταν εκεί σε μία γωνίτσα και δε μίλαγε, ούτε έπαιζε με τα άλλα παιδάκια. Απλά κρατούσε αγκαλιά ένα λούτρινο αρκουδάκι. Η Λίζα κοίταξε καλύτερα και τότε το είδε. Είδε το μικρό της panda. Ιδέα μου θα είναι σκέφτηκε και έκανε να φύγει.

Όμως μία ανεξήγητη δύναμη την κρατούσε υπνωτισμένη σε εκείνο το κοριτσάκι.

«Αγάπη μου που ταξιδεύεις;» άκουσε το Γιώργο να της λέει.

«Πουθενά»

Παιχνίδια που μας παίζει η φαντασία μας σκέφτηκε και προχώρησε προς το γραφείο της κυρίας Παπουτσή.

«Καλώς τους . Σας περίμενα. Χαίρω πολύ που σας γνωρίζω. Είμαι η Μαρία Παπουτσή» είπε και έτεινε το χέρι της.

«Καλώς σας βρήκαμε» είπαν ανταλλάσσοντας χειραψίες.

«Ο λόγος που σας κάλεσα εδώ σήμερα ήταν για να σας πω ότι εγκρίθηκε το αίτημα σας για υιοθεσία. Μπορείτε πια να είστε γονείς και όποτε θέλετε μπορείτε να δείτε τα παιδάκια μας. Είναι όλα πολύ καλά παιδιά με θέληση για ζωή».

«Ναι, κάτι είδαμε» συμπλήρωσε η Λίζα και συνέχισε: «Εσείς έχετε να μας πείτε για κάποια ιδιαίτερη περίπτωση;»

«Λοιπόν για να δω. Α, ναι. Πρόκειται για ένα κοριτσάκι, τη Φιλίτσα, το οποίο έχασε πριν κάποιους μήνες τους γονείς του σε τροχαίο δυστύχημα. Ήσυχο παιδάκι, δεν είναι ούτε 8 χρονών, λιγομίλητο αλλά πανέξυπνο. Το βλέπεις στα μάτια του».

«Αχ, λυπάμαι πολύ. Ήταν νέοι οι γονείς του; Από εδώ από Αθήνα είναι;» ρώτησε ο Γιώργος.

«Ήταν πάνω κάτω στην ηλικία σας. 32 με 33 χρονών η γυναίκα και 35 ο άντρας. Όχι δεν ήταν από Αθήνα από όσο γνωρίζω. Ήταν από μια κωμόπολη της Εύβοιας τη Λίμνη» είπε η Μαρία.

Στο άκουσμα Λίμνη η Λίζα ένιωσε μια ανατριχίλα και χλώμιασε.

«Είπατε Λίμνη» ψιθύρισε καθώς ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι της

«Ναι, Λίμνη. Πολύ όμορφη πόλη. Έχετε πάει»;

«Ναι, έχουμε» συμπλήρωσε ο Γιώργος.

«Μήπως μπορείτε να μου πείτε πως λέγονταν οι γονείς της» ρώτησε η Λίζα.

«Αυτό δε μπορώ να σας το πω. Λυπάμαι. Είναι απόρρητο»

«Μήπως τότε θα μπορούσατε να φωνάζατε το κοριτσάκι να το δούμε» είπε η Λίζα με κάποιον φανερό εκνευρισμό.

«Αμέσως»

Δεν πέρασαν δέκα λεπτά όταν η Φιλίτσα μπήκε στο γραφείο.

«Καλώς το μου» είπε η διευθύντρια και το έπιασε από το χέρι. «Έλα θέλουν να σε γνωρίσει ένας κύριος και μια κυρία» είπε και την έφερε κοντά στη Λίζα και το Γιώργο.

Τότε η Λίζα το είδε. Είδε εκείνο το panda που κρατούσε στο χέρι της. Είδε εκείνο το κοριτσάκι που είχε δει και πριν. Χλώμιασε και έτεινε το χέρι της να πιάσει το αρκουδάκι αλλά δεν πρόλαβε. Ένιωσε μία ζαλάδα και σωριάστηκε στα χέρια του Γιώργου. Όταν άνοιξε τα μάτια της είδε τη διευθύντρια και το Γιώργο να την κοιτάνε ανήσυχοι.

«Είσαι καλά αγάπη μου» ρώτησε ο Γιώργος

«Θέλετε να σας φέρουμε λίγο νερό;» πρόσθεσε η Μαρία

«Τι, τι έγινε» ρώτησε η Λίζα

«Λιποθύμησες Λίζα μου. Λιποθύμησες την ώρα που μας έφεραν τη μικρή Φιλίτσα να τη γνωρίσουμε. Το θυμάσαι;»

Η Λίζα άρχισε να θυμάται. Σκόρπιες σκέψεις. Αρκουδάκι, ένα μελαχρινό κοριτσάκι, δύο πράσινα μάτια, τόση ομοιότητα Θεέ μου.

«Μπορείτε να τη φωνάξετε πάλι μέσα τη μικρή» ρώτησε την κυρία Παπουτση

«Βεβαίως»

Η Φιλίτσα πέρασε την πόρτα του γραφείου. Η Λίζα την πλησίασε και έσκυψε να τη χαιρετήσει.

«Γεια σου Φιλίτσα μου. Εγώ είμαι η Λίζα και εκείνος ο Γιώργος. Χαιρόμαστε πολύ που σε γνωρίζουμε. Είσαι πολύ όμορφη».

«Ευχαριστώ πολύ» είπε η μικρή και έσφιξε το panda σφιχτά στην αγκαλιά της σκύβοντας το κεφαλάκι της.

«Πολύ ωραίο και το αρκουδάκι σου. Είχα και εγώ ξέρεις ένα τέτοιο μικρή» είπε η Λίζα.

«Εμένα μου το έδωσε η μαμά μου» είπε η Φιλίτσα

«Η μαμά σου ε; Σε αγαπούσε πολύ από τι φαίνεται. Πως τη λέγανε;»

«Άννα» είπε η Φιλίτσα

Η Λίζα κρατήθηκε για να μη σωριαστεί.

«Και στο έδωσε για να σε προσέχει και να είναι πάντα κοντά σου όταν το αγκαλιάζεις» ρώτησε η Λίζα.

«Ναι. Το αγαπούσε πολύ. Πάντα έλεγε ότι ο ασπρομαυρούλης της θύμιζε ένα κοριτσάκι που έκαναν παλιά παρέα. Μία φίλη της»

Η Λίζα άρχισε να κλαίει.

«Θα μπορούσα να το πάρω λίγο» της είπε

Η Φιλίτσα της έδωσε διστακτικά το panda. Η Λίζα το πήρε στα χέρια της και το γύρισε μπρούμυτα. Είδε εκείνο το ράψιμο που είχε κάνει η μαμά της όταν της είχε σκιστεί. Ίσα που φαινόταν. Ήταν ένα μικρό σημαδάκι, σαν ουλή. Τώρα πια ήταν σίγουρη. Το κοριτσάκι που στέκονταν μπροστά της ήταν η κόρη της Άννας. Η κόρη της φίλης της.

Η Λίζα σκούπισε τα δάκρυα της και γύρισε κοιτώντας τον Γιώργο, ο οποίος διάβασε τη σκέψη της.

«Θέλεις να έρθεις να μείνεις μαζί μας» ρώτησε η Λίζα τη Φιλίτσα

«Ναι, θα το ήθελα» είπε και άπλωσε τα χεράκια της ζητώντας το Panda της.

Λίγους μήνες μετά η Φιλίτσα είχε γίνει πια μέλος της οικογένειας Χωριάτογλου, γεμίζοντας το μέχρι τότε άδειο διαμέρισμα τους με φωνές, παιχνίδια και αγάπη. Πολλή αγάπη. Το μέλλον τους από εδώ και πέρα προδιαγράφονταν λαμπρό. Ένα κοινό μέλλον, μία κοινή ζωή, ένα κοινό ταξίδι με άγνωστο προορισμό αλλά με βαλίτσες γεμάτες ελπίδα...

Ο χειμώνας είχε αρχίσει πια να κάνει για τα καλά την εμφάνισή του. Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού βρήκαν εκείνο το μεσημέρι τη Λίζα μπροστά στον τάφο της Άννας, να της αφήνει έναν κρίνο που ήταν το αγαπημένο της λουλούδι. Έμεινε σιωπηλή αλλά ο αέρας σαν να της φάνηκε ότι διάβαζε τις σκέψεις της και τις σκορπούσε στο χώρο..

Οι σκέψεις της πήγαιναν κάπως έτσι: Α ρε Αννούλα.. Τελικά δε χωρίσαμε ποτέ ουσιαστικά. Η απόσταση ήταν μόνο στα χιλιόμετρα. Όχι στην καρδιά μας. Λένε ότι όταν δυο άνθρωποι αγαπιούνται πραγματικά δε χωρίζουνε ποτέ, μα και αν χωρίσουν η ζωή θα βρει τον τρόπο να τους φέρει κοντά.. Και εμείς μπορεί να μη βρεθήκαμε όσο ήσουν ζωντανή από κοντά όμως βρεθήκαμε τώρα, έστω και αργά, μέσα από την κόρη σου.. Να ξέρεις ότι έκανες πολύ καλή δουλειά. Ήμουν σίγουρη άλλωστε. Η Φιλίτσα είναι ένα παιδί μάλαμα και πολύ έξυπνη, σαν και εσένα και σου υπόσχομαι πως όσο ζω και μπορώ θα φροντίζω να μην της λείψει τίποτα. Είναι πια και δικό μου παιδί, είναι πια εκείνη η φίλη που είχα τότε, εκείνο το μικρό κοριτσάκι που γελούσε δυνατά, έκλαιγε, ονειρευόταν και ήθελε να παίζει συνέχεια και συνέχεια και ήταν πάντα ακούραστο.. Ξέρω ότι δεν έφυγες ποτέ από κοντά μου. Το ένιωθα, το νιώθω και ελπίζω να είσαι καλά όπου και να είσαι.. Θα συναντηθούμε ξανά στο μέλλον και ίσως να το πιάσουμε από εκεί που το είχαμε αφήσει.. Σε εκείνα τα πάρκα, σε εκείνες τις παιδικές χαρές, σε εκείνα τα παιδικά δωμάτια, σε όλα εκείνα που θύμιζαν εμένα και εσένα.. Θα τα ξαναπούμε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου