Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Όταν ταξιδεύεις και περνάς καλά δε μπορείς να μην αποτυπώσεις κάποιες σκέψεις σου στο χαρτί. Γενικά η φύση έχει τη μαγεία να σε εμπνέει. Έμπνευση όμως μπορείς να αποκτήσεις και κοιτώντας μία φωτογραφία ή έναν πίνακα. Έτσι και εγώ. Λίγο κάτι πίνακες, λίγο ο συννεφιασμένος καιρός και η ξαφνική νεροποντή, λίγο η ολιγοήμερη απόδραση μου σε ένα χωριό μέσα σε ένα δάσος με ενέπνευσαν να γράψω την ακόλουθη μικρή ιστοριούλα. Μία ιστορία που ίσως να εκφράζει και μία κρυφή επιθυμία μου ή μία ενδόμυχη σκέψη που δε θα την εξέφραζα κατά τη διάρκεια της λεκτικής επικοινωνίας...Καλή ανάγνωση...

Κοίταξε στο βάθος του ορίζοντα. Σαν να του φάνηκε ότι άστραφτε. Κοίταξε τη θάλασσα. Η άλλοτε ήρεμη θάλασσα είχε αρχίσει να νευριάζει επικίνδυνα.. Ξαφνικά ένιωσε ένα αεράκι να διαπερνά το κορμί του. Ένα αεράκι διαφορετικό από τι είχε συνηθίσει. Ένα αεράκι που έσπαγε την άπνοια που επικρατούσε. Κοίταξε το δέντρο που δέσποζε πάνω από το μικρό σπιτάκι του. Τα φύλλα του είχαν αρχίσει να παρασέρνονται από τον αέρα που είχε αρχίσει να δυναμώνει. Και καθώς έπεφταν στο έδαφος ξανασηκώνονταν και στροβιλίζονταν παραδινόμενα στη δίνη του αέρα. Έπειτα κοίταξε τη βάρκα του που ήταν δεμένη στη γωνία της προβλήτας. Είχε αρχίσει πια και εκείνη να παραδίνεται στο χορό των κυμάτων. Τα αστέρια είχαν πια χαθεί και το φεγγάρι είχε καλυφθεί από μαύρα σύννεφα. Οι αστραπές είχαν αρχίσει πια να δυναμώνουν ενώ στο βάθος ακούγονταν και τα πρώτα μπουμπουνητά.

Προχώρησε γρήγορα στο ξύλινο σπιτάκι του. Το είχε αγοράσει πριν χρόνια, μετά και τη σύνταξή του, θέλοντας να απομονωθεί από όλους και από όλα. Βλέπεις είχε χάσει και τη γυναίκα του σε τροχαίο λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί και το να μένει στο σπίτι που ήταν διακοσμημένο με το δικό της γούστο φάνταζε για εκείνον φυλακή. Ήθελε να ξεχάσει. Ήθελε να ξαναγεννηθεί. Και βρήκε την ευκαιρία όταν είδε εκείνη την αγγελία. «Πωλείται ξύλινο σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα. Τιμή συζητήσιμη. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 6975556689». Δεν το σκέφτηκε καθόλου. Σήκωσε το τηλέφωνο.

Στην άλλη γραμμή ακούστηκε μία αντρική φωνή

«Παρακαλώ;»

«Ναι, γεια σας. Τηλεφωνώ για την αγγελία που έχετε βάλει για το σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Πότε θα μπορούσαμε να βρεθούμε να το δω και από κοντά»q

«Αύριο, στις δέκα είναι καλά»;

«Ναι, είναι μία χαρά».

«Γνωρίζετε πως θα έρθετε;» αντέτεινε η αντρική φωνή στο τηλέφωνο.

«Ναι, φυσικά. Έχω ζήσει σε εκείνα τα μέρη και δε θα δυσκολευτώ» .

«Ωραία, τα λέμε αύριο από κοντά. Καλό σας βράδυ».

«Καλό βράδυ και σε εσάς».

Η επόμενη ημέρα τον βρήκε ξάγρυπνο, να καπνίζει και να απολαμβάνει ένα ζεστό φλιτζάνι καφέ κοιτώντας την αχανή πόλη που φωτίζονταν δειλά-δειλά από τις πρώτες αχτίδες του ήλιου που μόλις είχε αρχίσει να ανεβαίνει προς τον ουρανό για να πάρει τη θέση που του άξιζε και να απολαύσει το θαυμασμό του κόσμου μέχρι το απόγευμα που θα πήγαινε να κοιμηθεί.

«Και αυτός ο ήλιος. Δε βαριέται να κάνει κάθε ημέρα την ίδια δουλειά» σκέφτηκε και χαμογέλασε αχνά με τη χαζή σκέψη του.

Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα είχε πια περάσει. Μάζεψε το άδειο φλιτζάνι του καφέ, άδειασε το τασάκι και αφού ετοιμάστηκε ξεκίνησε για το ταξίδι. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του και έβαλε μπρος το παλιό Fiataki του που το είχε αγαπήσει τόσο πολύ η γυναίκα του.

Μετά από μία ώρα περίπου έφθασε στο σημείο συνάντησης. Αφού πάρκαρε το αυτοκίνητο λίγο πριν το σπίτι διέσχισε το στενό μονοπατάκι με τα μικρά πετραδάκια και τα ολάνθιστα λουλούδια και χτύπησε την πόρτα.

Άνοιξε ένας ψηλός άντρας, γύρω στα 40, ευπαρουσίαστος και με καλή οικονομική κατάσταση. Φαινόταν άλλωστε από το ντύσιμο και το στιλ του. Είχε κάτι αριστοκρατικό και φινετσάτο πάνω του.

«Καλημέρα σας. Πρέπει να είστε ο κύριος Αριστοτέλης Χρονόπουλος. Ευάγγελος Γιαουρίδης. Χάρηκα πολύ» είπε και έτεινε το χέρι του.

«Καλημέρα σας. Ναι, αυτός είμαι» απάντησε και έσφιξε το χέρι του. «Παρακαλώ περάστε. Βολευτείτε. Σαν το σπίτι σας» είπε και ξέσπασαν και οι δύο σε γέλια σπάζοντας την αμηχανία της στιγμής.

«Λοιπόν κύριε Γιαουρίδη. Τι σας κάνει να σκέφτεστε να έρθετε να μετακομίσετε έδω στην εξοχή, απομονωμένος από όλους; Εμείς βλέπετε με τη σύζυγό μου το έχουμε για εξοχικό και αυτό όχι για πολλές ημέρες. Μία εβδομάδα το καλοκαίρι, αν φυσικά μας το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις μας».

«Εγώ κύριε Χρονόπουλε έχασα πρόσφατα τη γυναίκα μου και όπως καταλαβαίνετε τίποτα δεν με κρατάει στην πόλη. Βλέπετε από μικρό παιδί μεγάλωσα σε χωριό και ποτέ μου δεν αγάπησα στα αλήθεια την πόλη. Εγώ ήθελα πάντα βουνά, θάλασσα, να ξυπνάω και να βλέπω δάσος και όχι τσιμεντένιους τοίχους. Να αναπνέω οξυγόνο και όχι καυσαέριο. Να ακούω τα τιτιβίσματα των πουλιών, το βέλασμα των προβάτων, την αγουροξυπνημένη λαλιά του κόκκορα και όχι το θόρυβο των αυτοκινήτων και τη φασαρία των περαστικών».

«Κύριε Γιαουρίδη καταρχήν λυπάμαι πολύ για την απώλεια της συζύγου σας. Ξέρω πόσο πονάτε καθώς και εγώ πρόσφατα έχασα τον πατέρα μου. Αυτός ήταν και ένας λόγος που ήθελα να πουλήσω το σπίτι. Πέραν του γεγονότος ότι όσο πάει και τα έξοδα μεγαλώνουν, ο ΕΝΦΙΑ μας τσακίζει και η επιχείρηση που έχουμε δε γνωρίζει τις δόξες του παρελθόντος, δε θέλω να θυμάμαι. Δε θέλω να πονάω. Θέλω να αφήσω το σπίτι αυτό και όσα το περικλείουν σε κάποιον που θα τα αγαπήσει όπως έγω. Είναι δύσκολο να απαρνιέσαι κάτι που αγαπάς, αλλά είναι ακόμα πιο δύσκολο να το αφήνεις να μαραζώνει, να θλίβεται και τελικά να καταρρέει. Και μετά τον πατέρα μου δεν έχω το κουράγιο να μείνω εδώ. Άλλωστε είναι και η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Σε αντίθεση με εσάς εκείνοι αγαπούν την πόλη. Δε θα έφευγαν ποτέ από εκεί για να έρθουν να μείνουν εδώ».

«Λυπάμαι και εγώ κύριε Χρονόπουλε για την απώλεια σας. Καταλαβαίνω απόλυτα τι μου λέτε. Και πιστέψτε με, αυτό το σπίτι το αγάπησα πριν καν το δω από κοντά. Το αγάπησα από τη φωτογραφία κιόλας».

«Και πως και δεν έχετε δικό σας σπίτι, αφού μου είπατε ότι μεγαλώσατε σε χωριό» βιάστηκε να ρωτήσει ο Αρίστος για να αλλάξει και λίγο το κλίμα.

«Το έδωσα προίκα στην αδερφή μου Αρίστο μου. Να σου μιλάω ενικό. Μου το επιτρέπεις έτσι»;

«Φυσικά».

«Που είχα μείνει; Α, ναι. Το έδωσα προίκα στην αδερφή μου που λες. Παντρεύτηκε ένα πολύ καλό παιδί από το χωριό και ξέρεις πως πάνε τώρα αυτά. Έτσι λοιπόν αφού και εγώ δούλευα στην πρωτεύουσα και η γυναίκα μου το ίδιο το να έχω το σπίτι δε μου πρόσφερε κάτι. Με το που πέθαναν οι γονείς μας της μεταβίβασα το μερίδιο μου και έφυγα. Πηγαίνω ακόμα καμία φορά και τη βλέπω. Βλέπω και τα ανίψια μου. Όμορφα παιδιά. Καλά παιδιά. Έξυπνα παιδιά. Είναι αυτό που λένε, αν δεν παινέψεις το σπίτι σου..» είπε και ξέσπασαν και οι δύο σε γέλια.

«Εσύ παιδάκια έχεις» τον ρώτησε ο Χρονόπουλος.

«Όχι Αρίστο μου. Ο Θεός δε μας αξίωσε να αποκτήσουμε τα δικά μας παιδάκια. Και η υιοθεσία που είχαμε σκεφτεί κολλούσε σε ένα σωρό γραφειοκρατικά θέματα. Βλέπεις στην Ελλάδα είναι πιο εύκολο να αποκτήσεις δάνειο για το σπίτι ή τουλάχιστον έτσι ήταν πριν μερικά χρόνια, παρά να προσφέρεις χαρά σε ένα παιδάκι».

Ο Χρονόπουλος κούνησε το κεφάλι λυπημένα.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το μεσημέρι έφθανε προς το τέλος του. Γύρισε τότε στον Ευάγγελο και του είπε: « Επειδή σε λίγο πρέπει να φύγω γιατί θα με περιμένει η γυναίκα μου για να πάμε σε μία θεατρική παράσταση τι θα έλεγες να σε ξεναγήσω να δεις και το υπόλοιπο σπίτι»;

Ο Γιαουρίδης συμφώνησε και σηκώθηκε από την ξύλινη σκαλιστή καρέκλα. Περιεργάστηκε το χώρο γύρω του. Είδε το σαλόνι με παλιούς μπορντό καναπέδες και ένα πετρόχτιστο τζάκι με σκούρες γκρι πέτρες. Απέναντι από τον καναπέ και δίπλα από το τζάκι ήταν 2 τεράστιες τζαμαρίες που κοίταγαν στη θάλασσα. Έμεινε να κοιτάει σαν μαγεμένος. Τη σκέψη του διέκοψε η φωνή του Χρονόπουλου.

«Είναι πράγματι μαγεία. Και εγώ έτσι χαζεύω κάθε φορά. Που να δείτε και το χειμώνα με τις βροχές. Η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία που λένε».

Προχώρησαν στο χολ και είδαν την κουζίνα. Τα παλιά ξύλινα ντουλάπια έδιναν έναν άλλο τόνο στο δωμάτιο ενώ τα φλιτζανάκια και τα διακοσμητικά θύμισαν πολύ την κουζίνα της μαμάς του. Αρχόντισσα με τα όλα της αυτή η γυναίκα. Αρχόντισσα ακόμα και στην κουζίνα της σκέφτηκε και μελαγχόλησε. Έπειτα ανέβηκαν τη ξύλινη σκάλα και κατευθύνθηκαν στα δωμάτια. Δύο δωμάτια είχε ο κάθε όροφος. Δύο δωμάτια φτιαγμένα με το πιο ακριβό γούστο που μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Και όλα είχαν την ίδια θέα. Θάλασσα.. Και απέναντι τα ολοπράσινα βουνά.

Έμεινε να κοιτάει σαν υπνωτισμένος πριν τα βήματα του τον οδηγήσουν στο δωμάτιο που έμελλε να αγαπήσει περισσότερο από όλα και να γίνει το σπίτι του μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Εκείνη η μικρή ξύλινη σοφίτα.

Ανέβηκε τη σκάλα και την αντίκρισε. Ένα δωμάτιο με μόνη παρέα του ένα παλιό ξύλινο γραφείο, μία παλιά γραφομηχανή και μία μεγάλη βιβλιοθήκη. Τόσο μεγάλη που μπορούσε να χωρέσει όλα τα βιβλία του.

«Είναι υπέροχο»

«Ναι. Ήταν και το αγαπημένο δωμάτιο του πατέρα μου» συμπλήρωσε ο Χρονόπουλος. Βλέπετε όποτε μπορούσε ερχόνταν εδώ και απομονωνόταν και έγραφε και έγραφε. Δεν έμαθα ποτέ όμως τι.

Απλά τον θυμάμαι να γράφει και να διαβάζει».

«Κοίτα σύμπτωση είπε ο Γιαουρίδης. Εγώ είμαι συγγραφέας. Μετά τη σύνταξη μου όπως σας είπα το έχω ρίξει στη συγγραφή. Μη φανταστείτε κάτι ιδιαίτερο. Απλά έχω εκδώσει μία μικρή συλλογή με διηγήματα και τώρα σκέφτομαι να γράψω ένα μυθιστόρημα. Νομίζω ότι αυτός ο χώρος θα μου δώσει την έμπνευση που χρειάζομαι».

Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο.

«Λοιπόν κύριε Χρονόπουλε μου αρέσει πολύ το σπίτι και θέλω να το αγοράσω. Πόσα θέλετε»;

«Το σπίτι το πουλάω 50.000€ αλλά επειδή μου φαίνεστε πολύ συμπαθητικός μπορούμε να κάνουμε και μία πολύ καλύτερη τιμή».

«Μα τι λέτε; Σας παρακαλώ. Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά. Άλλωστε 50.000 θεωρώ λίγα για αυτή την ομορφιά που έχει το σπίτι. Είμαστε σύμφωνοι. Δώστε μου ένα λογαριασμό να σας βάλω τα χρήματα» είπε και έβγαλε το μπλοκάκι από την τσέπη του.

Αφού του έδωσε το λογαριασμό ο Γιαουρίδης έσφιξε το χέρι του και αφού χαιρετήθηκαν μπήκε στο αυτοκίνητο. Επόμενος στόχος; Να πουλήσει το σπίτι του στην πόλη και να ξεκινήσει όσο μπορεί γρηγορότερα τη μετακόμιση στο χωριό.

Λίγους μήνες μετά ο Ευάγγελος Γιαουρίδης έγινε ιδιοκτήτης του μικρού ξύλινου σπιτιού, εκεί μέσα στο δάσος. Την όλη χαρά του συμπλήρωσε μία μικρή βάρκα που τον βοηθούσε να ξανοίγεται στα ανοιχτά και να επιδίδεται με θέρμη στο αγαπημένο του χόμπι το ψάρεμα.

Παρέα του όπως ήταν φυσικό είχε και τον Τζακ. Ένα ημίαιμο λυκόσκυλο που είχε βρει πεταμένο δίπλα σε ένα κάδο σκουπιδιών. Δεν το σκέφτηκε. Μωρό όπως ήταν ακόμα τον πήγε στον κτηνίατρο και λίγες ημέρες μετά επισφραγίστηκε η υιοθεσία του. Ο Τζακ πια είχε μπαμπά. Έναν μπαμπά που τον αγαπούσε περισσότερο και από τη ζωή του.

Όμως το σπιτάκι του δεν είχε μόνο τον Τζακ. Είχε και ένα μικρό κοτέτσι και 2-3 πρόβατα. Στην άλλη μεριά του σπιτιού είχε και ένα περιβόλι το οποίο είχε λογής-λογής καλούδια όλα σε απόλυτη αρμονία με την κάθε εποχή.

Την αναδρομή του στο παρελθόν διέκοψε ένας ισχυρός κρότος. Η καταιγίδα είχε πια αρχίσει. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί και κάθισε στον αγαπημένο του καναπέ. Κοίταξε στο τζάμι και είδε τη βροχή που το χτυπούσε με μανία. Σαν να πάσχιζε και εκείνη να μπει μέσα στο σπίτι για να γλιτώσει από την κακοκαιρία.

Ο Τζακ καθόταν πιο εκεί και είχε κουρνιάσει ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ. Βλέπεις αυτό το σκυλί όσο ατρόμητο και αν ήταν μπροστά στα μπουμπουνητά γινόταν ένα μικρό, πολύ μικρό κουτάβι.

Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του και άνοιξε τον υπολογιστή του. Κοίταξε το βιβλίο του. Του έμεναν δύο σελίδες για να το τελειώσει και έπειτα ο εκδοτικός οίκος θα αναλάμβανε τα υπόλοιπα.

Ξεκίνησε να γράφει: «Και ποιος είπε ότι η μοναξιά είναι κακή; Δεν είναι κακή.. Συνηθίζεται. Στην αρχή σε πονάει, μετά αρχίζεις και ηρεμείς και στο τέλος τη συνηθίζεις. Δε σε φοβίζει πια. Μαθαίνεις να ζείς με αυτή και προσπαθείς να γεμίσεις εποικοδομητικά το χρόνο σου. Άλλωστε ποιος είπε ότι ακόμα και αν είσαι με κόσμο δε νιώθεις μόνος; Όχι, η μοναξιά είναι καθαρά θέμα προσωπικό. Αν δε μπορέσεις να τα βρεις με τον εαυτό σου, να τον αγαπήσεις και να κάνεις πράγματα που να τον γεμίζουν και να τον βοηθήσουν να εξελίσσεται πάντα θα είσαι μόνος».

Τη συγγραφική ροή του σταμάτησε ένα τηλέφωνο. Άκουσε τη φωνή του Αρίστου.

«Την άλλη εβδομάδα λέμε να έρθουμε να κάτσουμε για κάνα διήμερο. Τι λες; Θα μπορούσες να μας φιλοξενήσεις»;

«Και το ρωτάς; Το σπίτι μου είναι πάντα ανοιχτό για σένα Αρίστο. Καλώς να έρθετε».

Έκλεισε το τηλέφωνο. Κοίταξε τον υπολογιστή. Σκέφτηκε τα χρόνια που πέρασαν, τις εμπειρίες που έζησε, τους ανθρώπους που γνώρισε. Τίποτα δεν είναι τυχαίο σκέφτηκε. Το βιβλίο της ζωής σου το γράφεις εσύ. Διάλεξε την πένα που θα το κάνεις και προχώρα. Μη σταματήσεις να γράφεις κάθε στιγμή σου. Γράψε την και φύλαξε την καλά στην καρδιά σου.

Ότι αγαπάς δεν τελειώνει έλεγε ένα τραγούδι.. Και όσο εσύ αγαπάς τη ζωή σου εκείνη δε θα τελειώσει.. Και ακόμα και αν έρθει η ώρα της να τελειώσει θα είναι γεμάτη από αγάπη.. Αγάπη για όλα αυτά που έζησες, που είδες, που σκέφτηκες, που ερωτεύτηκες, που μοιράστηκες.. Για όλα εκείνα, για όλα αυτά, για όλα τα υπόλοιπα που είναι μπρος των πυλών...

Δεν έγραψε ποτέ τον επίλογο.. Αρκέστηκε απλά να γράψει ένα «Συνεχίζεται....».

1 σχόλιο:

  1. Hi dear sir and madams

    The solution is at your door. Solutions to solve all your financial problems. You want to take credit for the realization of your projects. I appeal to all those who need funding for their express offering money of € 2000 - € 6000.000 credible to anyone able to repay with interest of 2% per year, and periods ranging from 1-35 years, depending on the required amount. Do the following fields:

    - Financial Loan

    - Mortgages

    - Investment Loan

    - Auto Loan

    - Debt Consolidation

    - Acquisition of credit

    - Personal loan

    - You're on file

    You are stuck, prohibited bank and you do not have the benefit of banks or you better have a project and need financing, bad credit or need money to pay bills, money to invest in business. We are able to satisfy our customers within 72 hours

    Contact e-mail: Thecommunityloancompany@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή