Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Για όλους εκείνους τους εθισμούς.. Για όλα εκείνα τα οποία δε βρίσκουμε το θάρρος να τα αντιμετωπίσουμε και ξεσπάμε αλλού κάνοντας κακό στον εαυτό μας.. Για εκείνους και για εμάς που προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τα πάθη μας.. Για αυτά και για άλλα πολλά...

Καλή ανάγνωση.

Κοίταξε το ρολόι. Η ώρα 00:00. Άλλη μια μέρα ξημερώνει σε λίγο σκέφτηκε.. Κοίταξε από το παράθυρο.. Άκουσε μια άγνωστη μελωδία μα συνάμα γοητευτική.. Ήταν σαν κάποιος να έπαιζε βιολί. Έψαξε να βρει από που προέρχεται.. Και τότε τον είδε. Ήταν ένας νεαρός, γύρω στα 25, που καθόταν σε ένα πεζούλι δίπλα στο συντριβάνι που κοσμούσε την πλατεία της γειτονιάς της. Κοίταξε τα χέρια του. Χέρια λεπτά που κινούνταν με μαεστρία υπό το φως του φεγγαριού.. Έμεινε να τον χαζεύει. Ένας περαστικός στάθηκε και του πέταξε κάτι κέρματα. Ευχαρίστησε νοητά και συνέχισε να παίζει τη δική του μελωδία... Εκείνη που εμπνεύστηκε στο δρόμο, όντας ελεύθερος από περιορισμούς και απαγορεύσεις.

Είδε πιο πέρα, ένα ζευγαράκι απολάμβανε τον έρωτα του καθισμένο σε ένα παγκάκι. Σκέφτηκε το παγκάκι, πόσα θα είχε δει και πόσα θα είχε ακούσει; Εξομολογήσεις, συναισθήματα, σκέψεις, ο κάθε άνθρωπος που καθόταν πάνω σε εκείνο, είχε και κάτι διαφορετικό. Το ζευγαράκι χαμογελούσε και κοιτούσε ο ένας τον άλλον στα μάτια, σαν να μην υπήρχε κανείς γύρω τους.. Σαν να της φάνηκε ότι είδε και δαχτυλίδι. Μα ναι, έλαμψε στο φως της νύχτας και αν σκεφτεί κανείς και την αντίδραση της κοπέλας μάλλον –βασικά σίγουρα- η απάντηση ήταν θετική. Γέλασε νοσταλγικά καθώς θυμήθηκε τον ένα και μεγάλο έρωτα της ζωής της, εκείνον που ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή, εκείνον που δε ξέχασε ποτέ, εκείνον που σημάδεψε τη ζωή και τη ψυχή της.. Έκλεισε τα μάτια της και ευχήθηκε για ακόμη μία φορά να είναι καλά, όπου και αν είναι...

Λίγο πιο κει κόσμος πηγαινόερχονταν βιαστικός. Άλλοι, οι μεγαλύτεροι κυρίως σε ηλικία, πήγαιναν στο σπίτι τους, ενώ οι νέοι και οι νέες είχαν ξεχυθεί στην πλατεία και ετοιμάζονταν να απολαύσουν το βράδυ του Σαββάτου. Κλασσικά, το ξημέρωμα της Κυριακής θα τους έβρισκε να πηγαίνουν σπίτια τους για ύπνο. Άλλοι πάλι νέοι είχαν δημιουργήσει τη δική τους παρέα και κάθονταν εκεί στα σκαλάκια τραγουδώντας, συζητώντας, γελώντας. Μία πόλη ζωντανή. Μία πόλη που κάθε καλοκαίρι δίνει δυναμικό παρόν.

Αλλά και το φθινόπωρο. Έχει τη δική της μαγεία η άδεια πλατεία με τα φύλλα από τα δέντρα να στροβιλίζονται στον άνεμο, τη βροχή να πέφτει με μανία στα σκαλοπάτια σα να θέλει να σβήσει όλα τα ίχνη που μαρτυρούν ανθρώπινη παρουσία. Όμως και το συντριβάνι πόσο μελαγχολικό δείχνει το χειμώνα. Βλέπεις οι άνθρωποι ξεχνάνε την ομορφιά του και το γεμίζουν με σκουπίδια, πολλά σκουπίδια. Σα να μη θέλουν να απολαμβάνουν την ομορφιά του. «Φευ, ανθρώπων έργα» σκέφτηκε..

Κοίταξε τον ορίζοντα.. Τα αστέρια είχαν στήσει το δικό τους χορό και έπεφταν με μανία στη γη. Το φεγγάρι μάταια προσπαθούσε να δείξει τη λάμψη του.. Αυτή τη φορά τα αστέρια είχαν βγει νικητές. Και έπεφταν με δύναμη στη γη, σαν τις ατελείωτες και συνάμα απραγματοποιήτες ευχές μας ή σαν τις χιλιάδες ψυχές που βρίσκονται εκεί, ψηλά, μακριά μας και προσπαθούν να μας δώσουν ένα σήμα ότι «είμαστε εδώ, υπάρχουμε, είμαστε καλά, δείτε μας!».

Κοίταξε το σπίτι γύρω της. Ένιωσε να τη στοιχειώνει. Αόρατα χέρια ορμούσαν μέσα στο σπίτι της και προσπαθούσαν να την πιάσουν και να τη βάλουν να ξαναδεί για ακόμη μία φορά το έργο της ζωής της. Να θυμηθεί τι έκανε, τι είδε, τι ένιωσε και κυρίως τι θα ήθελε να κάνει, τι θα ήθελε να πει αλλά δείλιασε την τελευταία στιγμή. Το παλιό σκονισμένο πιάνο της σαν να της φάνηκε ότι άρχιζε να παίζει μία θλιβερή μελωδία ενώ ο καθρέφτης έρχονταν απελπιστικά κοντά της φανερώνοντας ένα απαίσιο πρόσωπο.

«Κοίτα, να κοίτα πως είσαι. Τι έκανες; Τι κάνεις; Επέλεξες τη μιζέρια σου, επέλεξες το κρύο και αφιλόξενο σπίτι σου. Άφησες τη ζωή σου, τη δουλειά σου, τους φίλους σου, την οικογένειά σου. Τους άφησες όλους και απομονώθηκες. Και τώρα τι; Έμεινες εδώ. Άγνωστη από τον κόσμο, αόρατη από τους ανθρώπους, να έχεις γίνει η σκιά του εαυτού σου. Μόνη σου συντροφιά, το αλκόολ και τα τσιγαριλίκια. Δες πως γέρασες. Κοίτα, τα μάτια σου, δες και το μυαλό σου. Πόσο έξυπνη ήσουν και τώρα τι; Άφησες ένα εθισμό να σε «καταστρέψει» γιατί απλά φοβήθηκες να αντιμετωπίσεις τα προβλήματα σου, φοβήθηκες τον ίδιο σου τον εαυτό. Φοβήθηκες να παλέψεις και προτίμησες να ζεις στον κόσμο σου, χωρίς όνειρα, χωρίς μέλλον, σε μία μόνιμη καταστολή που σου εξασφάλιζε μία πρόσκαιρη ηρεμία. Και μετά τι; Μόλις αποφάσιζες να μην κάνεις έπεφτες στην κατάθλιψη. Είχες νεύρα, ξεσπούσες στους ανθρώπους σου, αγνοούσες τα πάντα και το μόνο που σε ένοιαζε ήταν να βρεις πάλι να κάνεις ένα τσιγάρο να ηρεμήσεις... Απομάκρυνες τους ανθρώπους που σε αγαπούσαν και ήθελαν το καλό σου με το πρόσχημα: «Αυτή είναι η δική μου ζωή. Εγώ αυτή επέλεξα και με αυτή θέλω να ζήσω», κρίνοντας όμως τους άλλους για τα λάθη τους και για τους εθισμούς τους. Λες και εσύ δεν ήσουν εθισμένη, αλλά ξέχασα ήταν επιλογή σου. Οι άλλοι όμως δεν είχαν το δικαίωμα επιλογών. Μόνο εσύ μιλούσες για το καλό τους ενώ εκείνοι ήθελαν το κακό σου. Τι; Κλαις; Γιατί; Ήταν επιλογή σου πάντα έτσι έλεγες. Κοίτα όμως ποτέ δεν είναι αργά να διορθώσεις τίποτα. Πέτα πια τα μπουκάλια, κόψε όλα τα τσιγαριλίκια και βγες έξω να πάρεις αέρα, να ζήσεις πάλι, να αναπνεύσεις ξανά, να αγκαλιάσεις τους ανθρώπους σου, μα και εκείνοι αυτό θέλουν. Και μη φοβάσαι, στο φόβο σου ποντάρουν όλοι εκείνοι που πουλάνε τα ναρκωτικά. Αντιμετώπισε τη ζωή νηφάλιος και δείξε της ποιος είναι το αφεντικό. Κανένας εθισμός δεν είναι ανίκητος, αρκεί να το αποφασίσεις εσύ και να βάλεις όλα σου τα δυνατά να τον νικήσεις. Και αν σε παίρνει από κάτω μη διστάζεις. Βρες το δικό σου σκοινί και ανέβα ξανά στην κορυφή. Και όσο για μένα θα σου ξαναμιλήσω όταν δω κάτι διαφορετικό. Όταν δω ότι είσαι ξανά εσύ και όχι κάποια άλλη που παριστάνει εσένα»...

Ξαφνικά, το σπίτι άρχισε να γίνεται πιο απειλητικό. Τα χέρια είχαν μεγαλώσει, ο καθρέφτης είχε αρχίσει να ραγίζει και τα παράθυρα ανοιγόκλειναν εκκωφαντικά, χωρίς να έχει αέρα έξω. Ανοιγόκλειναν σαν να ήθελαν και εκείνα να τη ξυπνήσουν από το λήθαργο στον οποίο είχε πέσει.
Ένιωσε το οξυγόνο να λιγοστεύει, ενώ ο καθρέφτης είχε πια σπάσει και το πιάνο χτυπούσε με μανία τα πλήκτρα του χωρίς να παίζει κάποια μελωδία.

Έκλεισε τα αυτιά της, δεν άντεχε τόσο θόρυβο και έπεσε στο πάτωμα κλαίγοντας. Κλαίγοντας για τη ζωή της, για τα όνειρά της, για όλα αυτά που της είπε ο καθρέφτης και ήξερε ότι είναι αλήθεια αλλά δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να τα δει κατάματα και να τα αντιμετωπίσει. Και τότε σηκώθηκε, σκούπισε τα δάκρυα της, άδειασε όλα τα μπουκάλια στο νεροχύτη και πέταξε στα σκουπίδια όλα τα τσιγαριλίκια που είχε. Φόρεσε ένα σάλι, πήρε την τσάντα με τα μπουκάλια και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και ξεχύθηκε στους δρόμους. Άνοιξε τον κάδο και πέταξε τη σακούλα με τους εθισμούς της. Ένιωσε τα πρώτα σημάδια ελευθερίας της. Άρχισε να περπατάει και να περπατάει. Έφτασε στη θάλασσα και έκατσε στην αμμουδιά. Κοίταξε τη θάλασσα και καθώς είχε αρχίσει να ξημερώνει παρατήρησε στο βάθος τη θάλασσα να έχει γίνει ένα με τον ορίζοντα. Αυτό ήταν σκέφτηκε. Χρειάζομαι μία κάθαρση, χρειάζομαι να αναγεννηθώ πάλι, να πολεμήσω, να σταθώ ξανά στα πόδια μου και να δώσω ζωή στις ημέρες μου.

Έβγαλε τα ρούχα της, μπήκε μέσα και άρχισε να κολυμπάει και να κολυμπάει. Ο ορίζοντας παρέμεινε ενωμένος με τη θάλασσα ενώ κάτι ψαράδες γύρναγαν σιγά-σιγά στο λιμάνι. Έκανε μακροβούτι και δε σταμάτησε να κολυμπάει παρά μόνο όταν ένιωσε πλήρως ελεύθερη, όταν το σώμα της είχε καθαριστεί από όλα αυτά που την πονούσαν, όταν ήταν πια έτοιμη να πιάσει από εκείνη τη σελίδα που είχε αφήσει το βιβλίο της ζωής της.

Μάζεψε πετρούλες και έγραψε στη χρυσαφένια άμμο «Ακολούθα τα όνειρά σου» και έφυγε..

Το επόμενο πρωί πολλοί είδαν αυτό το μήνυμα. Κάποιοι δεν του έδωσαν καν σημασία, κάποιοι προβληματίστηκαν, κάποιοι άλλοι χαμογέλασαν γιατί τα είχαν ακολουθήσει και κάποιοι άλλοι απλά άφησαν τα παιδιά τους να το χαλάσουν για να παίξουν με τις πέτρες πετώντας τες στη θάλασσα..

Όσο για εκείνη; Γύρισε στο σπίτι της που τώρα πια της φαινόταν πιο μεγάλο, πιο καθαρό, πιο φωτεινό και σήκωσε το τηλέφωνο. Πληκτρολόγησε τον αριθμό και στην άλλη γραμμή ακούστηκε μία φωνή: «Κατερίνα παιδί μου εσυ; Είσαι καλά; Ανησυχώ».

«Ναι είμαι καλά μαμά.. Πήρα απλά να σου πω ότι σε αγαπώ και αύριο θα έρθω για φαγητό αν θέλετε. Πες στο και στα παιδιά αν μπορούν, καθώς θα ήθελα να σας δω όλους».

«Θα το πω παιδί μου. Σε περιμένουμε».

Έκλεισε το τηλέφωνο και κατευθύνθηκε στο ανοιχτό παράθυρο. Τίποτα πια δε θύμιζε την προηγούμενη βραδιά. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά φωτίζοντας τον κόσμο, χαρίζοντας απλόχερα στιγμές ελπίδας, χαράς, αισιοδοξίας. Η πλατεία εξακολουθούσε να είχε κόσμο ενώ εκείνος ο μουσικός συνέχιζε να παίζει τη δική του μελωδία. Μόνο που αυτή τη φορά δεν της ήταν άγνωστη, της ήταν οικεία, ήταν η λεγόμενη μελωδία της ζωής.....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου