Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Για την ομορφιά του παρελθόντος και όλα όσα δομούνται πάνω σε αυτό...

Καλή ανάγνωση.

Η βροχή έπεφτε με μανία στη γη, έχοντας πλημμυρίσει τους δρόμους. Άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι να προφυλαχθούν από την απότομη νεροποντή ενώ άλλοι κυρίως κάποια ζευγαράκια και παρέες νεαρών παιδιών φαίνονταν να το απολάμβαναν άλλοτε ανταλλάσσοντας φιλιά κάτω από την ομπρέλα και άλλοτε παίζοντας με τη βροχή, τρέχοντας ή κάνοντας χορευτικές φιγούρες.

Ο Μενέλαος άνοιξε το παράθυρό της μικρής σοφίτας του. Η βροχή έπεφτε στο πεζούλι κάνοντας έναν ανεπαίσθητο θόρυβο. Ο κρύος αέρας χτύπησε το πρόσωπο του ενώ ο καπνός από το τσιγάρο του ορμούσε με βία έξω από το παράθυρο και χάνονταν στο βάθος του ουρανού.

Κοίταξε τη γραφομηχανή του. Πάνω της είχε μείνει ένα χαρτί μισοτελειωμένο, το χαρτί από το βιβλίο του. Ναι, ξέχασα να σας πω ότι ο Μενέλαος δεν ήταν λάτρης της τεχνολογίας. Του άρεσε οτιδήποτε είχε σχέση με το παρελθόν και σε αυτό το πλαίσιο θα κινούνταν και το βιβλίο του. Πως λοιπόν θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο για το παρελθόν σε έναν ψυχρό και απρόσωπο υπολογιστή; Όχι, θα το έγραφε στη γραφομηχανή ή στο χέρι με την πένα που του είχε κάνει δώρο κάποτε ο παππούς του και ας του έπαιρνε και χρόνια.

Έσβησε το τσιγάρο και έκατσε στη γραφομηχανή. Προσπάθησε να συνεχίσει το γράψιμο όμως δεν τα κατάφερε. Ένιωθε ότι του έλειπε η έμπνευση. Μα ναι, προσπαθούσε να γράψει για το παρελθόν ενώ όλα γύρω του του θύμιζαν το παρόν και το μέλλον. Έπρεπε να βρει την έμπνευσή του και αυτό θα το κατάφερνε μόνο αν πήγαινε σε χώρους που είχαν διατηρήσει την παράδοση. Ένα μουσείο, μία παμπ, ένα μαγαζί με παλιά αντικείμενα, μία καφετέρια ή ένα εστιατόριο διακοσμημένα με ρετρό στοιχεία ήταν ότι έπρεπε. Θα του εξασφάλιζαν την έμπνευση που χρειαζόταν. Και έτσι και έγινε. Από αύριο θα άρχιζε την αναζήτηση, με μόνη συντροφιά του τη γραφομηχανή.

Πρωί Δευτέρας και ο Μενέλαος φόρεσε το μακρύ μαύρο παλτό του, πήρε την τσάντα με τη γραφομηχανή και ξεκίνησε την αναζήτηση του. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος ενώ οι δρόμοι ήταν ακόμα βρεγμένοι, δείγμα της χθεσινής νεροποντής. Ο ήλιος μάταια προσπαθούσε να φωτίσει τον κόσμο. Τα σύννεφα δε ήθελαν να τον αφήσουν. Προχώρησε και προχώρησε ώσπου έφτασε σε ένα πάρκο. Περίεργο σκέφτηκε. Πως και δεν το έχω δει τόσο καιρό; Το πλακόστρωτο πάρκο με τα πανύψηλα δέντρα και τα πολλά παγκάκια τον καλούσε κοντά του. Το κρύο, αν και τσουχτερό, δεν τον ενοχλούσε. Ίσα-ίσα που τον έκανε να αναπνέει καλύτερα. Άρχισε να διασχίζει το πάρκο μέχρι που έφτασε σε ένα γεφυράκι. Το ποταμάκι είχε φουσκώσει από την προηγούμενη βροχή και το νερό έτρεχε γάργαρο.

Εδώ θα είναι η πρώτη μου στάση σκέφτηκε και έκατσε στο παγκάκι και ξεκίνησε να γράφει. Η ώρα περνούσε, κόσμος έρχοταν και έφευγε και εκείνος εκεί. Έγραφε και ξαναέγραφε. Κάποιοι τον κοιτούσαν παράξενα, άλλοι δεν του έδιναν καν σημασία και κάποιοι άλλοι τον φωτογράφιζαν. Σάμπως είχαν δει τα τελευταία χρόνια κάποιον να γράφει σε γραφομηχανή;

Ο ήλιος άρχισε να βασιλεύει και ο Μενέλαος μάζεψε τα πράγματα του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Επόμενος σταθμός; Το μουσείο της πόλης του.

Το επόμενο πρωί η ίδια ιεροτελεστία. Ένα πλήρες πρωινό, η γραφομηχανή στη τσάντα και ξεκίνημα για το μουσείο. Έφθασε μετά από μισή ώρα. Το κτίριο φάνταζε επιβλητικό ενώ τα σύννεφα κινούνταν με απίστευτη ταχύτητα πάνω από τη στέγη του. «Τι όμορφο κτίριο; Πως δεν το είχα προσέξει νωρίτερα» αναρωτήθηκε και εισήλθε στο μουσείο. Ένας παλιός αργαλειός, υφαντά, μία ξύλινη κούνια, ένα παλιό υπνοδωμάτιο, μία κουζίνα διαμορφωμένη στα πρότυπα των παλιών σπιτιών, μία αίθουσα με αντικείμενα από τον πόλεμο και εφημερίδες της εποχής, αλλά και μία αίθουσα με σπάνια χειρόγραφα και μία ακόμη με φορεσιές από όλη την Ελλάδα ήταν ικανά για να του «ξυπνήσουν» την έμπνευση.

Λίγη ώρα αργότερα είχε στήσει τη γραφομηχανή του και έγραφε και έγραφε, χωρίς να σταματάει. Και πάλι τα ίδια. Κάποιοι τον κοίταζαν, κάποιοι τον αγνοούσαν και κάποιοι τον φωτογράφιζαν. Η ώρα πέρασε και ο υπεύθυνος του μουσείου του ζήτησε να αποχωρήσει καθώς θα έκλειναν.. Ο Μενέλαος πήρε το δρόμο του γυρισμού, ήρεμος και έχοντας συμπληρώσει ένα μεγάλο αριθμό σελίδων στο βιβλίο του.

Άλλη μία ημέρα ξημέρωσε. Σήμερα είχε επίσκεψη στο μεζεδοπωλείο της γειτονιάς του. Το είχε δει, είχε περάσει πολλάκις απέξω αλλά δεν ήθελε να το επισκεφθεί, δεν του είχε δημιουργηθεί ακόμα η ανάγκη.

Η ώρα 13:00 το μεσημέρι και ο Μενέλαος πέρασε την είσοδο του μαγαζιού. Μεζεδοτεχνείον το «Γνήσιον» έλεγε η ταμπέλα. Περιεργάστηκε το χώρο. Παλιά ξύλινα τραπεζάκια τα οποία είχαν βαφτεί, ξεφτισμένες καρέκλες, φωτογραφίες από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο αλλά και παλιά αντικείμενα όπως ένας μύλος που άλεθαν το αλεύρι, οι παλιές χιλιομαγειρεμένες χύτρες, λάμπες πετρελαίου και φυσικά μια παλιά σιδερένια σόμπα στη γωνίτσα δημιουργούσαν ένα ζεστό κλίμα χαλάρωσης και νοσταλγίας.

Ο Μενέλαος έβγαλε το παλτό του, έκατσε κοντά στη σόμπα, παρήγγειλε ένα μισόκιλο και λίγα μεζεδάκια, έβγαλε τη γραφομηχανή και άρχισε να γράφει. Μόνο που αυτή τη φορά οι άνθρωποι δεν τον κοιτούσαν περίεργα. Βλέπεις, ήταν όλοι μεγάλοι σε ηλικία και το να βλέπουν κάποιον να γράφει σε γραφομηχανή δεν τους ήταν άγνωστο. Μάλιστα, ένας από εκείνους τον πλησίασε και του έπιασε συζήτηση για το μοντέλο της γραφομηχανής.

«Oliver είναι η μηχανή σου έτσι» τον ρώτησε ένας ευτραφής ασπρομάλλης κύριος με δυο κουμπωτά μαύρα μάτια.

«Ναι, Oliver No.10» είπε ο Μενέλαος.

«Μπράβο που τη χρησιμοποιείς ακόμα. Ξέρεις, η ανιψιά μου έχει ένα τέτοιο μαγαζί με παλιά αντικείμενα. Είναι στην οδό Σοφοκλέους 55 αν ξέρεις».

«Σοφοκλέους σκέφτηκε.. Α, ναι έχω περάσει πολλές φορές από εκεί» είπε.

«Ωραία, την επόμενη φορά που θα πας να πεις ότι έρχεσαι εκ μέρους μου» είπε ο συμπαθής γεράκος.

«Είστε ο..» ρώτησε ο Μενέλαος

«Λευτέρης Βογιάντογλου» είπε και έτεινε το χέρι

«Μενέλαος Διαμίδης. Χάρηκα πολύ κύριε Βογιάντογλου»

«Είσαι συγγραφέας»;

«Το προσπαθώ» είπε και γέλασε αμήχανα και συνέχισε: « Η αλήθεια είναι ότι υπήρξα για πολλά χρόνια ελεύθερος επαγγελματίας. Μέχρι που κάποια στιγμή είπε ότι θέλω να γράψω ένα βιβλίο. Μη ρωτήσετε πως μου ήρθε αυτή η πετριά; Μου ήρθε σαν σκέψη και αποφάσισα να την υλοποιήσω».

«Καλά έκανες. Πρέπει να κυνηγάμε τα όνειρά μας. Να υλοποιούμε τις σκέψεις μας. Να μην καθυστερούμε, να μην αναβάλλουμε για αύριο αυτό που μπορούμε να κάνουμε σήμερα. Να αρπάζουμε τη ζωή από τα μαλλιά και να προχωράμε. Και τι πραγματεύεται το βιβλίο σου;»

«Έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και πως άντεξε, ωρίμασε και τελικά κατέληξε να εκπληρωθεί μέσα σε τέσσερις δεκαετίες. Απλά για να γίνει αυτό πρέπει να βρεθώ σε χώρους με παλιά αντικείμενα, να μπω στο κλίμα καλύτερα. Εξου και η γραφομηχανή».

«Πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο» είπε ο Λευτέρης. «Αν θες πάντως βοήθεια να επισκεφτείς την ανιψιά μου. Θα βρεις πολλά αντικείμενα και πληροφορίες για το βιβλίο σου».

«Θα περάσω όσο το δυνατόν πιο σύντομα» είπε ο Μενέλαος.

«Και τώρα σε αφήνω παιδί μου. Πάω στο φίλο μου να πιούμε τα ουζάκια μας. Αρκετά τον έστησα. Χάρηκα πολύ. Θα τα ξαναπούμε».

«Και εγώ χάρηκα. Καλή συνέχεια».

Η ώρα πέρασε τόσο γρήγορα που ο Μενέλαος δεν κατάλαβε για πότε νύχτωσε. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει ξανά με δύναμη στο δρόμο ενώ το μαγαζί είχε αδειάσει. Μόνο 2-3 πελάτες είχαν μείνει περιμένοντας όμως και εκείνοι στωικά το λογαριασμό.

Ο Μενέλαος έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα εικοσάρικο και το άφησε πάνω στο τραπέζι. Καληνύχτισε τον μαγαζάτορα, άνοιξε τη μεγάλη μαύρη ομπρέλα του, έβαλε το κασκόλ στο λαιμό του και κίνησε για το σπίτι.

Άφησε τη μηχανή πάνω στο γραφείο, τακτοποίησε τα ρούχα του και ξάπλωσε ευχαριστημένος. «Τι μέρα και η σημερινή» σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια του. «Αύριο με το καλό στο μαγαζί της Μαρίας».

Οι αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν από το μισοσπασμένο παντζούρι της σοφίτας εκείνο το πρωινό της Πέμπτης ξύπνησαν τον Μενέλαο. Πήρε βιαστικά τη μηχανή του και κατευθύνθηκε προς το μαγαζί της Μαρίας.

Παλαιοπωλείον «Το Αλφαβητάρι» έγραφε μία παλιά ξύλινη πινακίδα.

Κατέβηκε τη μικρή ξύλινη σκάλα και χτύπησε το παλιο κουδουνάκι. Από το βάθος του μαγαζιού ξεπρόβαλλε η μορφή της Μαρίας.

Η Μαρία ήταν μία κοντούλα κοπέλα με καστανά μαλλιά και αρκετά περιττά κιλά. Όμως οι φακίδες της και η γλυκύτητα του προσώπου της τράβαγαν το βλέμμα εκεί, αγνοώντας τα περιττά κιλά της.
Ο Μενέλαος έμεινε να την κοιτάζει, όμως και της Μαρίας δεν της πέρασε αδιάφορος. Ψηλός, με γκρίζα μαλλιά και γκρίζους κροτάφους, μυώδης και με πράσινα μάτια, δε σταμάτησε να τον κοιτάει.

«Με στέλνει ο θείος σου ο Λευτέρης» είπε και συνέχισε: «Μενέλαος, χάρηκα»

«Ναι ξέρω. Μου μίλησε. Είμαι η Μαρία και θα χαρώ να σε βοηθήσω σε ότι χρειαστείς».

Από εκείνη τη στιγμή και ύστερα ξεκίνησε η φιλία του Μενέλαου και της Μαρίας. Μια φιλία που δεν προχώρησε πέραν του δέοντος καθώς η Μαρία ήταν αρραβωνιασμένη με το Νίκο.

Ο Νίκος ήταν ένας ξανθός άντρας γύρω στα 40 με γαλάζια μάτια αλλά με ένα υπέροχο σώμα. Δεν είχε καμία σχέση με τη Μαρία αφού εκείνος σε αντίθεση με τη αυτή απεχθάνονταν ότι είχε σχέση με το παρελθόν. Αντίθετα θα τον έβλεπες να κυκλοφορεί με ότι νέο υπήρχε στο χώρο της τεχνολογίας.

Πως ταίριαξαν αυτοί οι δύο; Άγνωστες οι βουλές της μοίρας η οποία συνηθίζει να κάνει τα δικά της ανατρεπτικά παιχνίδια...

Οι επισκέψεις του Μενέλαου στο μαγαζί της Μαρίας συνεχίστηκαν για πολύ καιρό ακόμα ενώ οι συζητήσεις τους κρατούσαν ώρες. Ξέρεις από εκείνες τις συζητήσεις που βγαίνουν αβίαστα, πηγαία, χωρίς επιτήδευση.

Μετά από 4 μήνες ο Μενέλαος θα έγραφε και την τελευταία σελίδα του βιβλίου του.

Ένα βιβλίο που θα γινόταν μπεστ σέλλερ, ένα βιβλίο που οι κριτικές ήταν διθυραμβικές.

«Σήμερα, στις 21:00 το βράδυ, στο βιβλιοπωλείο «Η Γραφή» ο Μενέλαος Διαμίδης παρουσιάζει το βιβλίο του. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο φιλόλογος Ευάγγελος Παρμενίδης, ο συγγραφέας Αριστείδης Μελετιάδης και η ποιήτρια Ειρήνη Διαμαντή. Η παρουσία σας θα ήταν τιμή για εμάς» έγραφαν οι εφημερίδες.

Η παρουσίαση πήγε ανέλπιστα καλά και ο Μενέλαος δε σταμάτησε να υπογράφει βιβλία.

Στον αγαπημένο μου Βασίλη, στην αγαπημένη μου Κατερίνα κ.ο.κ.

Στην αγαπημένη μου....Μαρία άκουσε μία γνώριμη φωνή. Σήκωσε τα μάτια του και την είδε. Ήταν εκεί, στέκονταν μπροστά του τόσο όμορφη όσο την τελευταία φορά.

«Στην αγαπημένη μου Μαρία λοιπόν» έγραφε εκείνη η αφιέρωση...

«Σήμερα γάμος γίνεται» ήταν η επόμενη ανακοίνωση στις εφημερίδες..

Ένα χρόνο μετά ο Μενέλαος και η Μαρία έγιναν γονείς.

Ο Μενέλαος συνέχισε να γράφει βιβλία και η Μαρία διατήρησε το παλαιοπωλείο της, το οποίο γνώρισε μεγάλες δόξες αφού ο Μενέλαος αναφέρθηκε εκτενώς στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του, ενώ ο μικρός Γιώργος μεγάλωνε εκεί. Στον κήπο με τα μεγάλα δέντρα και το ωραίο περιβόλι με την παλιά ξύλινη κούνια, στην αυλή εκείνου του νεοκλασσικού αρχοντικού σπιτιού.....

Κάποιοι λένε ότι ο Γιώργος έγινε και εκείνος συγγραφέας συνεχίζοντας το έργο του πατέρα του.

Άλλοι λένε ότι ασχολήθηκε με το μαγαζί της μητέρας του εξελίσσοντας το σε ένα σύγχρονο κολοσσό που όμως διατήρησε την παλιά αίγλη του. Το σίγουρο όμως είναι ότι ο Γιώργος κατάφερε να προσθέσει σύγχρονα στοιχεία στο παρελθόν δείχνοντας του τον απόλυτο σεβασμό. Σεβάστηκε την ιστορία του, τις ρίζες του, την παράδοση του.... Μία παράδοση που φρόντισε να μεταφέρει στα παιδιά του και εκείνα στα δικά τους παιδιά και πάει λέγοντας..

Γιατί το παρελθόν ενός λαού είναι η ιστορία του. Και οφείλεις να την τιμάς, να τη σέβεσαι, να τη συμβουλεύεσαι για να μπορείς να πας παρακάτω. Να διαμορφώνεις το δικό σου παρόν και να βάζεις τις βάσεις για το μέλλον.. Και κυρίως να μη ξεχνάς ποτέ ποιος είσαι και από που προέρχεσαι.... Η ιστορία δυστυχώς ή ευτυχώς επαναλαμβάνεται για αυτό φρόντισε όταν επαναληφθεί να της έχεις φερθεί με τον καλύτερο τρόπο....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου