Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Για εκείνες τις αγάπες που σε σημαδεύουν...

Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική.

Καλή ανάγνωση.

Ο Γιάννης έσφιξε στην αγκαλιά του τη Νατάσα και τη φίλησε για τελευταία φορά. Σε λίγο το καράβι θα έφευγε για την Ιταλία.

Καθισμένοι αγκαλιά στο παγκάκι κοιτούσαν τους γλάρους να πετάνε γύρω-γύρω από το πλοίο καθώς ο ήλιος είχε αρχίσει να βασιλεύει.

«Ήρεμη θάλασσα θα έχετε μάλλον» είπε και κοίταξε τη Νατάσα.

«Λες ε; Μακάρι. Ξέρεις πως φοβάμαι τα πλοία»

«Να με πάρεις τηλέφωνο μόλις φτάσεις, να μου πεις ότι βρήκες τον ξενώνα σου και ότι τακτοποιήθηκες»

«Θα σε πάρω, αφού το είπαμε. Μα τώρα πρέπει να φύγω. Η ώρα της αναχώρησης έφθασε» είπε και σηκώθηκε να πάει προς το καράβι.

Ο Γιάννης τη συνόδεψε.

«Να προσέχεις» της είπε

«Θα προσέχω. Τα λέμε σύντομα» αποκρίθηκε η Νατάσα και άφησε το χέρι του κινούμενη προς το πλοίο.

Ο Γιάννης έμεινε να την κοιτάει. Έμεινε εκεί να χαζεύει για τελευταία φορά τα μακριά ξανθιά μαλλιά της και το ομολογουμένως ωραίο σώμα της.

Έκατσε στο παγκάκι και έφερε στο μυαλό τους τη γνωριμία τους.

Αύγουστος 2015

Ο Γιάννης πήρε το φίλο του τον Κώστα τηλέφωνο. Μόλις είχε σχολάσει και ήθελε να βγει για ένα ποτό στην όμορφη πόλη της Ρόδου.

«Παρακαλώ» ακούστηκε η νυσταγμένη φωνή του Κώστα

«Έλα ρε. Κοιμάσαι; Άντε σήκω, ντύσου, πλύσου και σε μισή ώρα έρχομαι να σε πάρω».

«Τι λες ρε; Κάτσε, χαλάρωσε»

«Δε χαλαρώνω καθόλου. Έρχομαι».

Μισή ώρα μετά ο Γιάννης πατούσε με επιμονή την κόρνα από το μηχανάκι του κάτω από το σπίτι του Κώστα.

«Τι κορνάρεις ρε βλάκα έτσι; Θα ξυπνήσεις τη γειτονιά» είπε ο Κώστας

«Ας ξυπνήσουν όλοι, δε με νοιάζει. Άντε σάλτα πάνω να φύγουμε»

Το μηχανάκι ξεκίνησε και σε λιγότερο από είκοσι λεπτά ο Κώστας με το Γιάννη σεργιανούσαν τα σοκάκια της Ρόδου.

«Πάμε πρώτα στο φίλο μου τον Ηλία να πιούμε κάνα τσιπουράκι. Μας περιμένει» είπε ο Γιάννης.

Το ταβερνάκι του κύριου Ηλία ήταν μέσα στο πετρόκτιστο σοκάκι της Παλιάς Πόλης της Ρόδου και είχε σαν διακόσμηση του αντικείμενα παλιά, πολύ παλιά. Ακόμα θυμάται ο Γιάννης την εντύπωση που του είχε κάνει το παλιό σίδερο που είχε δει ή ο μύλος που τότε άλεθαν το αλεύρι.

«Καλώς τα παιδιά μας» είπε ο Ηλίας και έστρωσε το τραπεζομάντιλο. «Τι να σας φέρω να πιείτε;»

«Φέρε μας ένα καραφάκι τσίπουρο και κάνα μεζεδάκι από εκείνα τα σπέσιαλ που φτιάχνεις» είπε ο Γιάννης.

«Έφτασε» είπε ο Ηλίας και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

«Λοιπόν τι λέει ρε φίλε; Πως ήταν η μέρα σου σήμερα;»

«Καλά ρε συ Γιάννη. Όπως τα ξέρεις, τίποτα το ασυνήθιστο. Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του»

Ο Γιάννης είχε γνωρίσει τον Κώστα μέσα στο στρατόπεδο. Ήταν και οι δύο μόνιμοι στο στρατό και η φιλία τους μετρούσε κάποια χρόνια.

«Άστα να πάνε. Τι να κάνουμε ρε Κωστάκη; Υπομονή μόνο μπορούμε να κάνουμε».

«Εσύ πως πας με τη δεύτερη δουλειά; ‘Εχει τίποτα;» ρώτησε ο Κώστας.

«Ναι, ευτυχώς όσο υπάρχει φαγητό δεν έχουμε να ανησυχούμε για τίποτα».

«Είδα και την Ασπασία» είπε ο Κώστας.

«Α, ναι και τι κάνει» ρώτησε ο Γιάννης.

«Καλά είναι. Ετοιμάζεται να παντρευτεί»

«Ας είναι ευτυχισμένη μόνο. Εγώ είμαι πλέον έτοιμος να προχωρήσω αν μπορέσω να βρω αυτό που θα με ενθουσιάσει βέβαια και αξίζει τον κόπο να μπω σε αυτή τη διαδικασία».

Λίγες ώρες μετά ο Γιάννης θα γνώριζε τη Νατάσα. Εκείνη που θα τον έκανε να προχωρήσει ένα βήμα παρακάτω.

Η ώρα περνούσε και το ένα καραφάκι έγινε δύο και τα δύο τρία κ.ο.κ.

Γύρω στη μία ο Γιάννης ζήτησε το λογαριασμό.

«Έλα εδώ ρε Λιάκο να σε πληρώσουμε» είπε ο Γιάννης και συνέχισε «Ε, Κώστα τι κάνεις εκεί; Βάλε μέσα τα λεφτά σου. Κερνάς μετά το ποτό μου». Ο Κώστας πρόβαλλε σθεναρές αντιστάσεις όμως ήξερε ότι στο τέλος θα πέρναγε αυτό που ήθελε ο Γιάννης. Είχε ένα μαγικό τρόπο αυτό το παιδί να γίνεται όχι απλά αγαπητός αλλά να μη μπορεί κανείς να του χαλάσει χατίρι.

Επόμενη στάση το μπαρ «Captain Hook».

Ο Κώστας με τον Γιάννη μπήκαν μέσα στο μαγαζί. Οι λιγοστοί θαμώνες απολάμβαναν την ιδιαίτερη μουσική του μαγαζιού και τα εξαίρετα ποτά του. Ο Γιάννης κατευθύνθηκε στην τουαλέτα ενώ ο Κώστας παρήγγειλε δύο βότκες με red bull.

Βγαίνοντας ο Γιάννης και κατευθυνόμενος προς τον Κώστα την είδε. Είδε τη Νατάσα να βάζει ένα ποτό και να συνομιλεί γελώντας με έναν πελάτη. Το πλούσιο μπούστο της, τα ξανθιά μαλλιά της, τα πράσινα μάτια της και οι τέλειες αναλογίες της δεν τον άφησαν ασυγκίνητο. Ένας επίγειος αγγέλος σκέφτηκε μέσα του και έμεινε να τη χαζεύει.

«Ε, τι έπαθες ρε;» είπε ο Κώστας και σκούντηξε το Γιάννη.

«Που χαζεύεις; Έλα γεια μας» είπε και ο Γιάννης επανήλθε στην πραγματικότητα.

Πήρε το ποτήρι στο χέρι και τσούγκρισε με το φίλο του.

«Κώστα νομίζω ερωτεύτηκα. Κοίτα, τον άγγελο εκεί» είπε και του έδειξε τη Νατάσα

«Πράγματι είναι καλό. Πολύ καλό. Μόνο που νομίζω ότι έχει αγόρι» είπε ο Κώστας και έδειξε ένα νταβρατισμένο νεαρό που στέκονταν στη γωνία. «Ας έχει δε με νοιάζει. Αυτή την κοπέλα τη θέλω και θα την έχω» είπε καθώς άρχισαν να κατεβάζουν τα ποτά το ένα μετά το άλλο.

Η ώρα 04:00 και ο Κώστας με το Γιάννη αποφασίζουν να φύγουν καθώς το μαγαζί είχε ήδη αδειάσει.

Ο Γιάννης πλησιάζει τη Νατάσα και μπροστά στο αγόρι της της λέει: «Γεια σου. Με λένε Γιάννη και αυτός είναι ο αριθμός μου. Όταν θέλεις πάρε με τηλέφωνο».

«Γεια σου Γιάννη. Είμαι η Νατάσα. Χάρηκα που σε γνώρισα. Θα τα ξαναπούμε» είπε και πήρε τη χαρτοπετσέτα από τα χέρια του.

Ο Γιάννης έφυγε με τον Κώστα. Την επόμενη δε θυμόταν τίποτα, παρά μόνο το όνομά της.

Δύο εβδομάδες αργότερα και ενώ άραζαν στο μπαλκόνι με τον Κώστα χτύπησε το τηλέφωνο του.

«Γιάννη; Εσύ;»

«Ναι εγώ είμαι. Ποιος είναι;»

«Έλα. Είμαι η Νατάσα από το Captain Hook με θυμάσαι;»

Ο Γιάννης έμεινε σιωπηλός για λίγα λεπτά και ύστερα αυθόρμητα είπε: «Α, ναι ο ξανθός άγγελος» και ξέσπασαν σε γέλια.

«Θα ήθελες να πάμε για καφέ» ρώτησε η Νατάσα

«Πότε θέλεις»

«Και τώρα αν γίνεται εγώ μπορώ»

«Σε μισή ώρα τα λέμε στο συντριβάνι της Ρόδου» είπε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο.

Η συνάντηση έγινε και ο Γιάννης κατάλαβε ότι η Νατάσα ήταν φτιαγμένη για εκείνον. Το ίδιο όμως ένιωσε και εκείνη. Δυόμιση χρόνια μέτρησε η σχέση τους. Δυόμιση χρόνια γεμάτα πάθος, ένταση, ζήλεια αλλά και πολλή αγάπη. Από εκείνες τις αγάπες που αφήνουν πάνω σου ένα σημάδι, ένα τόσο δα ανεξίτηλο σημαδάκι, για να σου δείχνουν ότι τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο. Για να σου δείχνουν ότι δεν πρέπει ποτέ να είσαι σίγουρος για κάτι, ότι όλα μπορούν να ανατραπούν από τη μία στιγμή στην άλλη, ότι ο έρωτας και η αγάπη δεν τελειώνουν ποτέ. Ακόμα και αν έχεις πληγωθεί κάποιος άλλος θα βρεθεί να ρίξει ιώδιο στις πληγές σου.

Αυτό έγινε και με το Γιάννη. Γιατρεύτηκε από τις πληγές της Ασπασίας και δέχτηκε με μεγάλη προσοχή τη φροντίδα της Νατάσας και θα συνέχιζε να τη δέχεται αν δεν ερχόταν εκείνη η υποτροφία. Βλέπεις η Νατάσα ήταν φοιτήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα της Ρόδου, σχολή από την οποία αποφοίτησε με 10 και η υποτροφία της για μεταπτυχιακό στην Ιταλία ήταν παραπάνω από σίγουρη.

«Και τώρα τι; Πόσο καιρό θα κάτσεις εκεί;» είπε ο Γιάννης

«Σίγουρα ένα χρόνο. Ε, μετά σκέφτομαι να κάνω και κάνα μεταπτυχιακό. Γιάννη ξέρεις ότι αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής μου, μην το κάνεις ακόμα πιο δύσκολο».

«Δεν το κάνω εγώ, είναι. Το αποφάσισες μόνη σου χωρίς να με ρωτήσεις, χωρίς να ζητήσεις τη γνώμη μου. Φυσικά και είναι η ζωή σου αλλά εγώ δεν έχω χώρο σε αυτή;»

«Και βέβαια έχεις. Κοίτα, δε μπορώ να σε υποχρεώσω να με περιμένεις. Αν δεις ότι αντέχεις θα το κάνεις, αν θες να με ακολουθήσεις το ίδιο. Μη μου ζητάς όμως να απαρνηθώ τα όνειρά μου γιατί στο τέλος θα σε μισήσω και δεν το θες αυτό».

«Ναι, έχεις δίκιο. Θα σε περιμένω Νατάσα. Θα σε περιμένω γιατί απλά σε αγαπώ και θέλω να είσαι ευτυχισμένη και καλά».

Η Νατάσα τον αγκάλιασε. «Όλα καλά θα πάνε, θα δεις».

Αύγουστος 2018

Τον Γιάννη ξύπνησε από τις σκέψεις του η κόρνα του πλοίου. Κοίταξε το καράβι που είχε αρχίσει πια να σαλπάρει. Το ρολόι του έδειχνε 20 Αυγούστου, 20:30 ακριβώς.

Ο Γιάννης ταράχτηκε. Θυμήθηκε ότι εκείνη ήταν και η ημερομηνία που γνώρισε τη Νατάσα. Πόση σύμπτωση άραγε σκέφτηκε.

Το καράβι είχε απομακρυνθεί αρκετά ενώ οι γλάροι χάνονταν στον ορίζοντα πετώντας ελεύθεροι.

Που και που έκαναν και μία επιδρομή στη θάλασσα πιάνοντας από κάνα ψάρι.

Ο Γιάννης δεν έφυγε μέχρι που είδε το πλοίο να χάνεται στον ορίζοντα. Σηκώθηκε από το παγκάκι, ψιθύρισε ένα «Αντίο αγάπη μου» και έφυγε.

Κανείς δεν έμαθε τι κατάληξη είχε αυτή η σχέση. Κάποιοι λένε ότι χώρισαν, κάποιοι ότι παντρεύτηκαν και κάποιοι άλλοι ότι έμειναν δυο καλοί φίλοι..

Βλέπεις, κάποιες φορές δε χρειάζεται να δίνεις ένα τέλος στις ιστορίες σου. Πολλές φορές το τέλος το γράφει η ίδια η ζωή και οι βουλές της είναι άγνωστες. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση. Δε θέλω να δώσω ένα τέλος στη σχέση του Γιάννη και της Νατάσας. Θα το αφήσω στη φαντασία σας, στη θέλησή σας.. Μόνο, αν τους δείτε, μην τους πείτε το τέλος τους. Αφήστε να το γράψουν εκείνοι...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου