Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

ΕΝΑΣ ΑΤΕΡΜΟΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

«Γιατί κάποιοι έρωτες δεν τελειώνουν» είπε και τον έπιασε και τον φίλησε. Ήταν σειρά της τώρα. Και εκείνος έμεινε αποσβολωμένος. Ανταποκρίθηκε με θέρμη στο φιλί της. Ήθελε να την κάνει δική του. Έγιναν ένα. Ολοκλήρωσαν αυτό που είχαν αφήσει τότε στη μέση. Χάθηκε στα φιλιά του, στα αγγίγματά του. Ένιωσε την ανάσά του να διαπερνά όλο το κορμί της προκαλώντας τη μια γλυκιά ανατριχίλα. Του παραδόθηκε άνευ όρων. Χωρίς να τη νοιάζει το μετά, θέλοντας να ζήσει το τώρα.. Ένιωθε ανήμπορη να του προβάλλει οποιαδήποτε αντίσταση. Τον ήθελε και το ήξερε καλά.

Έμειναν αγκαλιασμένοι και εξουθενωμένοι. Είχαν ζήσει κάτι το μαγικό. Κάτι το οποίο δε μπορούσε να το συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Λες και ο ένας είχε φτιαχτεί για τον άλλον.

«Και τώρα τι; Τι κάνουμε»; Ρώτησε η Νόρα.

Ο Κώστας την κοίταξε σκεπτικός. «Δε ξέρω Νόρα. Δε ξέρω αν είμαι έτοιμος να κάνω σχέση. Είμαι καλά μόνος μου αλλά από την άλλη νιώθω πολλά για σένα. Το ξέρω. Το βλέπω κάθε φορά που σε κοιτάζω, κάθε φορά που με αγγίζεις, κάθε φορά που πειραζόμαστε».

«Και τότε γιατί το σκέφτεσαι; Γιατί δεν το δοκιμάζουμε και όπου μας βγάλει; Άλλωστε η αγάπη είναι ένα ρίσκο. Ένα ρίσκο που ή το παίρνει καθένας μόνος του ακόμα και αν ξέρει εξαρχής το αποτέλεσμα ή αν είναι τυχερός το παίρνει μαζί με τον άλλον. Σε θέλω Κώστα και σε θέλω πολύ».

«Δε μπορώ Νόρα. Πνίγομαι. Ασφυκτιώ. Θέλω λίγο αέρα» είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήγε στο παράθυρο. Άναψε τσιγάρο. Ένιωσε τον κρύο αέρα να διαπερνάει το πρόσωπο του. Κοίταξε έξω τα φώτα της πόλης, άκουσε τον ήχο των αυτοκινήτων, τις φωνές των περαστικών. Η γκαρσονιέρα, του του φαινόταν ακόμα πιο μικρή τώρα. Κοίταξε τη Νόρα. Είδε τα δάκρυα της, την είδε που είχε σηκωθεί, είχε ντυθεί και ήταν έτοιμη να φύγει. Δε μπορούσε να την εμποδίσει. Δεν ήθελε. Προτίμησε να την αφήσει να φύγει. Έτσι απλά όπως ήρθε και στη ζωή του. Τη θυμάται μόνο να λέει: « Εγώ Κώστα δε μπορώ να συνεχίσω έτσι. Δεν είμαι έφηβη πια. Θέλω να πάω παρακάτω. Να συνεχίσω τη ζωή μου. Αν εσύ νιώσεις έτοιμος ποτέ έλα να με βρεις. Μόνο που δε μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω. Ζήσαμε πολύ όμορφα και όλα τελειώνουν απόψε εδώ» πριν ακούσει τον εκκωφαντικό θόρυβο της πόρτας.

Ένιωσε την γκαρσονιέρα του να γίνεται πάλι μεγάλη. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν άδεια. Σαν να είχε φύγει ένα κομμάτι από τη ψυχή του. Έκλεισε το παράθυρο, έβαλε ένα ποτήρι τσίπουρο δώρο του κολλητού του από το χωριό και το ήπιε μονοκοπανιά. Τα σεντόνια του μύριζαν ακόμα το άρωμά της. Ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι. Γιατί όλη αυτή η άρνηση μου να είμαι μαζί της αναρωτήθηκε; Μήπως φταίει το ότι δεν πληρεί τα εμφανισιακά πρότυπα που έχω στο κεφάλι μου; Αλλά μου βγάζει κάτι αυτή η κοπέλα. Κάτι αλλόκοτο, παράξενο. Μου αρέσει ο τρόπος που γελάει, ο τρόπος που μιλάει, μου αρέσει το πρόσωπό της, η μυρωδιά της. Τότε γιατί;

Οι σκέψεις δεν τον άφησαν να κοιμηθεί. Πήγε ξενυχτισμένος στη δουλειά. Κοίταξε το κινητό του. Κανένα μήνυμά της. Κανένα τηλέφωνο. Μπήκε στον πειρασμό να την πάρει. Πληκτρολόγησε τον αριθμό της. Τον έσβησε κατευθείαν. «Άσε θέλω το χρόνο μου» μονολόγησε και συνέχισε να οδηγεί το φορτηγάκι του..

Η επόμενη συνάντησή τους έγινε με την κοινή παρέα τους. Η αμηχανία ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα. Η Νόρα του φάνηκε πιο ψυχρή από ποτέ. Κοίταξε τα μάτια της. Ήταν σίγουρος τώρα. Είδε μέσα τους απογοήτευση και αυτό τον σκότωνε. Λίγο καιρό μετά η Νόρα εμφανίστηκε με το καινούργιο αγόρι της. Ο Κώστας τα έχασε. Είδε το χαμόγελό της και πόσο ευτυχισμένοι ήταν οι δυο τους. Θυμήθηκε πως γελούσε εκείνη μαζί του. Τότε. Ένιωσε να αδειάζει από ψυχή, από συναισθήματα. Προσπάθησε να φανεί ψύχραιμος. Να συμμετάσχει στην παρέα. Δε ξέρει αν τα κατάφερε.

Γύρισε σπίτι. Η γκαρσονιέρα εξακολουθούσε να μένει άδεια. Θυμήθηκε τη φιγούρα της Νόρας να γυρνάει στο σπίτι του με αυτή τη τσιριχτή φωνή της. Είδε την ταινία που είχαν δει, το βίντεο που του είχε δείξει περιχαρής, από μία παράστασή της σε ένα χωριό. Ένιωσε μόνος, άδειος. Πλέον ήταν σίγουρος ότι την ήθελε. Την ήθελε δική του και έπρεπε να βρει τον τρόπο να το κάνει.

Πληκτρολόγησε τον αριθμό της. Στην άλλη γραμμή η φωνή της Νόρας.

«Κώστα; Εσύ;»

«Εγώ. Θέλω να σε δω. Πότε μπορείς να βρεθούμε;»

«Δε ξέρω Κώστα. Τι να σου πω; Έγινε κάτι; Είναι επείγον;»

«Όχι, απλά ήθελα να σε δω» απολογήθηκε

«Αύριο, στις 22:00 στο γνωστό μας στέκι. Καληνύχτα» είπε η Νόρα και έκλεισε το τηλέφωνο.

Οι ώρες πέρασαν αργά και βασανιστικά. Την επόμενη ημέρα ο Κώστας δε σταμάτησε να σκέφτεται τη συνάντηση τους. Όμως και η Νόρα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Πήγαινε καιρός από τότε που είχαν βρεθεί οι δυο τους. Λίγες ώρες αργότερα η Νόρα μπήκε μέσα στο μαγαζί. Τον είδε να κάθεται στο τραπέζι που είχαν πρωτοειδωθεί. Τον χαιρέτησε με μία ψυχρή χειραψία και κάθισε απέναντί του.
«Σε ακούω. Τι ήθελες να μου πεις» τον ρώτησε

«Να, ξέρεις. Σκέφτηκα πολύ όλα αυτά που έγιναν τους τελευταίους μήνες μεταξύ μας. Πάλευα μέσα μου να βεβαιωθώ για τα συναισθήματά μου. Και όταν βεβαιώθηκα σε είδα με εκείνον. Ένιωσα σαν να μου καρφώνει κάποιος ένα μαχαίρι στην καρδιά. Έκανα να φωνάξω, ήθελα να σε πιάσω και να σε τραβήξω στην αγκαλιά μου. Ένιωσα μίσος Νόρα για εκείνον. Δεν ήθελα να σε αγγίζει, να σε φιλάει. Και τότε κατάλαβα ότι είμαι πιο έτοιμος από ποτέ να πάρω το ρίσκο και να είμαστε μαζί. Σε θέλω Νόρα και ξέρω ότι είναι αργά για να το διορθώσω, αλλά αν θες δώσε μου μία ευκαιρία».

Η Νόρα δε μιλούσε. Απλά τον κοιτούσε. Δε μπορούσε να πιστέψει αυτά που είχε ακούσει. Ένιωθε ακόμα κάτι για εκείνον, μόνο που δεν ήταν έρωτας. Ήταν κάτι σαν λύπηση. Ο άλλοτε κραταιός και σκληρός Κώστας κλαψούριζε τώρα σαν κοριτσάκι μπροστά της. Όταν πια συνήλθε γύρισε και του είπε: «Κώστα δε μπορώ να γυρίσω σε σένα. Ο Πέτρος είναι κάτι για το οποίο αξίζει να παλέψω. Ήταν εκεί όταν εσύ έλειπες. Ήταν εκεί όταν εσύ με τα παιχνίδια σου και τις ανασφάλειες σου με έκανες κάθε μέρα κομμάτια. Ήταν εκεί όταν τον χρειαζόμουν. Με προστάτευε με ένα δικό του τρόπο. Ήταν εκεί και ήταν σίγουρος. Και εσύ; Που ήσουν; Θα σου πω εγώ. Χαμένος στον κόσμο σου και στα ηλίθια στερεότυπα σου. Λυπάμαι Κώστα. Στο είχα πει το τελευταίο βράδυ μας. Αν γυρίσεις μπορεί και να μην είμαι εδώ. Και γύρισες. Ελπίζω πια να πήρες το μάθημά σου και να μη θεωρείς κανέναν και τίποτα δεδομένο. Εύχομαι να βρεις αυτή την κοπέλα που θα σε αγαπάει και θα σου δώσει αυτά που είχα εγώ αλλά εσύ δεν ήθελες να τα δεχτείς. Να είσαι ευτυχισμένος» είπε και σηκώθηκε να φύγει.

Ο Κώστας δε μίλησε. Ήξερε το λάθος του και ήξερε ότι η Νόρα είχε φύγει πια. Δεν την εμπόδισε. Ήθελε να είναι ευτυχισμένη. Αυτό τουλάχιστον το ήξερε. Την αγαπούσε και ήθελε να τη βλέπει καλά.

«Ας είναι» είπε. Έσβησε το τσιγάρο, ήπιε τον καφέ του, άφησε τα λεφτά πάνω στο τραπέζι και αποχώρησε.

Κανείς δεν άκουσε ποτέ ξανά τίποτε για αυτόν. Κάποιοι λένε ότι τον είδαν στο γάμο της Νόρας να παρακολουθεί από μακριά. Άλλοι λένε ότι παντρεύτηκε και ζει σε διαφορετική πόλη με μια κοπέλα που του κάνει τη ζωή δύσκολη. Άλλοι ότι εξακολουθεί να μένει μόνος του απολαμβάνοντας τον εργένικο τρόπο ζωής του. Όσο για τη Νόρα; Είναι ευτυχισμένη στο πλευρό του Πέτρου και σύντομα θα φέρει στον κόσμο τον καρπό του έρωτά τους.

Γιατί έτσι είναι. Όταν κάτι το έχουμε σίγουρο δεν το εκτιμάμε. Νομίζουμε ότι οι άνθρωποι είναι παιχνιδάκια μας τα οποία όποτε θέλουμε τα χρησιμοποιούμε και όποτε τα βαριόμαστε τα βάζουμε πίσω στο κουτί τους. Όμως δεν είναι έτσι. Γιατί αυτά τα «παιχνιδάκια» έχουν ψυχή και βούληση...

Όσο για τη γκαρσονιέρα; Παρέμεινε ξενοίκιαστη καθώς πολλοί έλεγαν ότι άκουγαν γέλια τα βράδια. Σαν να μην ήθελαν ούτε η Νόρα, ούτε ο Κώστας να σβήσουν αυτό που έζησαν. Σαν να άφησαν ουσιαστικά τους εαυτούς τους σε εκείνη την γκαρσονιέρα, εκείνο το βράδυ....



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου