Ήταν μεσημέρι Κυριακής 2 Σεπτεμβρίου όταν τα βήματα μου με οδήγησαν αρχικά στον σταθμό των τρένων στη Χαλκίδα με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, προκειμένου να κατέβω για δεύτερη φορά μετά από 7 χρόνια στο αγαπημένο μου νησί, την Κρήτη... Και μπορεί η ζέστη να ήταν αφόρητη, τα πράγματα να ήταν αρκετά βαριά και το ταξίδι μέχρι τον Πειραιά να κράτησε κοντά μιάμιση ώρα, έχοντας βέβαια και την καλύτερη παρέα, αυτή της Χριστίνας και των παιδιών της, όμως ήταν τόση η λαχτάρα μου να μπω στο καράβι που έκανε τα πάντα να μοιάζουν με γιορτή..
Φτάνοντας στο λιμάνι του Πειραιά, εν αναμονή της άφιξης του καραβιού, ρωτώντας κάτι κυρίες αν έχει φτάσει το «Κρήτη 2» και που να περιμένουμε, στο άκουσμα της Κρητικής φράσης ως απάντηση: «Όι δεν έχει φτάσει ακόμα. Και εμάς εδα μας είπαν να περιμένουμε» ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά.. Κρητικά, πόσο καιρό είχα να ακούσω... Το καράβι φτάνει, η επιβίβαση αρχίζει και το ταξίδι είναι προ των πυλών...
Κάθομαι στην καρέκλα και κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω τουρίστες μα και οικογένειες να έχουν κάτσει αναπαυτικά σε καρέκλες και καναπέδες και να περιμένουν και εκείνοι την ώρα της αναχώρησης... Η ώρα φτάνει και το πλοίο ξεκινά...
Βλέπω τα φώτα του Πειραιά να απομακρύνονται, νιώθω την αλμύρα να αγγίζει κάθε σημείο του κορμιού μου και το καράβι να αφήνει πίσω του, αυτή τη γραμμή του φευγιού, της λύτρωσης από όλα τα προβλήματα της καθημερινότητας.. Ανεβαίνω στο κατάστρωμα και χαζεύω τον κόσμο. Παρέες κάθονται και παίζουν χαρτιά, νέοι πίνουν κρασί και κουβεντιάζουν, μια κοπέλα κοιμάται στην καρέκλα κρατώντας αγκαλιά το σκυλάκι της, μια άλλη κοιμάται σε ένα υπνόσακο και με το άλλο χέρι της αγκαλιάζει το σκυλάκι της και κάποιοι άλλοι απολαμβάνουν γύρο με θέα τη θάλασσα....
Ο ήλιος έχει δύσει εδώ και αρκετές ώρες, το φεγγάρι έχει βγει στον ουρανό και το ταξίδι συνεχίζεται...
Το πρώτο φως της ημέρας με βρίσκει στο κατάστρωμα να απολαμβάνω τον καφέ μου κοιτώντας τον ήλιο που έχει αρχίσει να ανατέλλει.. Το πλοίο έχει ήδη μπει στο λιμάνι και το Ηράκλειο είναι έτοιμο να μας υποδεχτεί. Το καράβι δένει, η αποβίβαση ολοκληρώνεται και εμείς με τα πράγματα μας κατευθυνόμαστε στο σπίτι που νοίκιασε ο αδερφός μου.. Ο ήλιος έχει πια ανέβει ψηλά, η σπιτονοικοκυρά μας ξεναγεί στο σπιτι, η ώρα περνάει, το σπίτι γεμίζει και καθαρίζεται και το Ηράκλειο μας περιμένει να το γυρίσουμε...
Φτάνοντας στο λιμάνι του Πειραιά, εν αναμονή της άφιξης του καραβιού, ρωτώντας κάτι κυρίες αν έχει φτάσει το «Κρήτη 2» και που να περιμένουμε, στο άκουσμα της Κρητικής φράσης ως απάντηση: «Όι δεν έχει φτάσει ακόμα. Και εμάς εδα μας είπαν να περιμένουμε» ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά.. Κρητικά, πόσο καιρό είχα να ακούσω... Το καράβι φτάνει, η επιβίβαση αρχίζει και το ταξίδι είναι προ των πυλών...
Βλέπω τα φώτα του Πειραιά να απομακρύνονται, νιώθω την αλμύρα να αγγίζει κάθε σημείο του κορμιού μου και το καράβι να αφήνει πίσω του, αυτή τη γραμμή του φευγιού, της λύτρωσης από όλα τα προβλήματα της καθημερινότητας.. Ανεβαίνω στο κατάστρωμα και χαζεύω τον κόσμο. Παρέες κάθονται και παίζουν χαρτιά, νέοι πίνουν κρασί και κουβεντιάζουν, μια κοπέλα κοιμάται στην καρέκλα κρατώντας αγκαλιά το σκυλάκι της, μια άλλη κοιμάται σε ένα υπνόσακο και με το άλλο χέρι της αγκαλιάζει το σκυλάκι της και κάποιοι άλλοι απολαμβάνουν γύρο με θέα τη θάλασσα....
Ο ήλιος έχει δύσει εδώ και αρκετές ώρες, το φεγγάρι έχει βγει στον ουρανό και το ταξίδι συνεχίζεται...
Το πρώτο φως της ημέρας με βρίσκει στο κατάστρωμα να απολαμβάνω τον καφέ μου κοιτώντας τον ήλιο που έχει αρχίσει να ανατέλλει.. Το πλοίο έχει ήδη μπει στο λιμάνι και το Ηράκλειο είναι έτοιμο να μας υποδεχτεί. Το καράβι δένει, η αποβίβαση ολοκληρώνεται και εμείς με τα πράγματα μας κατευθυνόμαστε στο σπίτι που νοίκιασε ο αδερφός μου.. Ο ήλιος έχει πια ανέβει ψηλά, η σπιτονοικοκυρά μας ξεναγεί στο σπιτι, η ώρα περνάει, το σπίτι γεμίζει και καθαρίζεται και το Ηράκλειο μας περιμένει να το γυρίσουμε...


