Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Η ΗΡΕΜΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Παρασκευή απόγευμα και αποφασίζω να ακολουθήσω το Σύλλογο Κρητών Ευβοίας  «Ο Ψηλορείτης» στην εκδρομή τους στην Ιερά Μόνη της Παναγίας της Μακαριώτισσας στη Δομβραίνα Βοιωτίας για τη λειτουργία των τρίτων χαιρετισμών.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι πολύ της εκκλησίας, όχι τόσο ως θεσμό, όσο ότι δε μπορώ όλη αυτή την κοσμικότητα, τα χρυσά άμφια, τους πολυελαίους, τις γηραιές κυρίες που σχολιάζουν ακατάπαυστα και γενικά όλο αυτό το τζέρτζελο, -ας μου επιτραπεί ο όρος-, κάθε φορά.

Όμως χθες δε ξέρω κάτι με έκανε να τους ακολουθήσω. Ίσως γιατί ήταν μοναστήρι, ίσως γιατί ήθελα να κάνω το χατίρι της μαμάς μου και να περάσω λίγο χρόνο μαζί της, ίσως επειδή ήθελα και εγώ λόγω της συμπάθειας μου προς το Σύλλογο να συμμετάσχω ενεργά, πήρα την απόφαση και ύστερα το μικρό λεωφορείο και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για τη μονή.

Η λειτουργία σε ένα μοναστήρι και δη τόσο απομονωμένο είναι πολύ διαφορετική. Έχει τόση κατάνυξη, τόσο μυστικιστική διάθεση, τόσο ηρεμία. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι μοναστήρι. Έχω επισκεφθεί γενικά μοναστήρια και ειδικά έχω επισκεφθεί πολλάκις την Ιερά Μονή Οσίου Δαυίδ στη Βόρεια Εύβοια που παραμένει από τις αγαπημένες μου μονές. Όμως, εκεί, είναι λίγο πιο «κοσμικά» σε σχέση με την Παναγία τη Μακαριώτισσα.

Εκεί λοιπόν, χαμένη κάπου ανάμεσα στα βουνά της Βοιωτίας, δεσπόζει επιβλητική η μονή της Παναγίας της Μακαριώτισσας. Μία μονή που καταστράφηκε από τους Οθωμανούς ως αντίποινα για τον θρίαμβο του Καραϊσκάκη στη μάχη της Δομβραίνας, αναστηλώθηκε, για να καεί πάλι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και να αρχίσει ουσιαστικά να επαναλειτουργεί από το 1989 που οι μοναχοί εγκαταστάθηκαν εκεί και άρχισαν την αναστήλωση του μοναστηριού βασισμένοι στη δική τους προσπάθεια.


Φτάσαμε μετά από 1μιση ώρα. Κατεβήκαμε και ήδη από το πρώτο βήμα μας αναπνεύσαμε καθαρό αέρα, ενώ ο ήλιος είχε αρχίσει να χάνεται σιγά-σιγά πίσω από τα βουνά. Η πετρόχτιστη μονή είχε ανοίξει την πόρτα της και σε περίμενε να την εξερευνήσεις. Βλέπεις μία πόρτα ανοιχτή, με μία μικρή στοά. Προχωράς δειλά-δειλά μέχρι το τέλος της στοάς. Κοιτάς και βλέπεις βουνό και ερείπια.


Ακούς τη φωνή του μοναχού να μην πας παρακάτω καθώς υπάρχει κίνδυνος από την κατάρρευση των πετρών. Γυρίζεις πίσω και βλέπεις μία γάτα που χουζουρεύει σε ένα μικρό μπαλκονάκι και σου κάνει ναζάκια όταν της λες να κοιτάξει το φακό..


Μπαίνεις μέσα στο κυρίως μοναστήρι. Πέτρες μαυρισμένες και αγιογραφίες βρίσκονται μέσα στο χώρο. Ακούς την ιστορία της μονής από τον καλόγερο. Έχεις μία ώρα μέχρι τους χαιρετισμούς και κάθεσαι μαζί με τους υπόλοιπους να πιεις καφεδάκι ενώ ψωνίζεις και τα τοπικά προϊόντα που φτιάχνουν οι μοναχοί, όπως γάλα, βούτυρο, τραχανά, ρυζόγαλο, αλοιφές, κομποσχοίνια, σταυρούς και τόσα άλλα...


Η ώρα περνάει και ακούς το σήμαντρο να καλεί τους πιστούς αλλά και τους μοναχούς να εισέλθουν στο χώρο προκειμένου να αρχίσει η λειτουργία. Σκοτάδι πυκνό επικρατεί μέσα στο μοναστήρι. Μόνο το φως από τα κεριά των πιστών δίνει λίγο φως στο χώρο. Θαρρείς και θέλει να περάσει κάποιο μήνυμα. Ίσως της ελπίδας ότι ακόμα και στις πιο σκοτεινές ημέρες, το φως πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να φανερωθεί.


Ακούς την πρώτη ψαλμωδία από τον ηγούμενο της μονής και έπειτα ακολουθούν οι μοναχοί. Κοιτάς τις γυναίκες που στέκονται ευλαβικά κρατώντας το βιβλιαράκι τους και το κερί στο χέρι να ψέλνουν και εκείνες σιγανά τα τροπάρια των χαιρετισμών. Ακούς και τη μαμά σου που κάθεται δίπλα σου. Γυρνάς και τη βλέπεις να είναι ήρεμη και να συμμετέχει με πολύ θέρμη στη λειτουργία.

Η ώρα περνάει. Το φως των κεριών μεγαλώνει. Μία κυρία κάθεται στην πόρτα και το κερί της τρεμοπαίζει από το λιγοστό αέρα. Επικρατεί ηρεμία, κατάνυξη. Τη σιγή της στιγμής σπάει από κάνα νυχτοπούλι.


Οι χαιρετισμοί τελειώνουν, βγαίνεις από τη μονή και βλέπεις τον έναστρο ουρανό και στο βάθος τα φώτα της πόλης. Η μονή έχει φωτιστεί και εκείνη, δείγμα ότι έφτασε και για εκείνους η ώρα της ξεκούρασης. Οι δυο γάτες που ραχάτιζαν στο χώρο έχουν πια «εξαφανιστεί» σε κάποιο ζεστό μέρος προκειμένου να κοιμηθούν και εκείνες. Μπαίνεις στο λεωφορείο, κάθεσαι αναπαυτικά στη θέση σου. Αρχίζουν τα κεράσματα τσικουδιάς, καρυδιών, σταφίδας, δια χειρός της κυρίας Ροδάνθη Λαμπράκη. Ακούς ανέκδοτα, γελάς και η εκδρομή κλείνει με ένα τραγούδι. Από τα πιο αγαπημένα μου, το «Τούτο το μήνα».

Περνάς την Υψηλή Γέφυρα και ακούς τις ευχαριστίες της Προέδρου του Συλλόγου κυρίας Αγγελικής Καστρινάκη και την ανανέωση του ραντεβού για την παράσταση «Ωραία μου Κυρία».

Μία ακόμα λοιπόν ταξιδιωτική εμπειρία έφτασε στο τέλος της και είμαι πολύ χαρούμενη που την έζησα. Και για μένα, όποτε μπορείτε επισκεφθείτε μονές. Όσο πιο απομονωμένες. Τότε μόνο θα βιώσετε την απόλυτη κατάνυξη και ότι νιώθετε, ότι πιστεύετε, ότι συναισθήματα έχετε, μόνο εκεί στην απόλυτη ηρεμία μπορούν να εκδηλωθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου