Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ΜΟΙΡΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Την παρακάτω ιστορία την εμπνεύστηκα κοιτώντας τη φωτογραφία του γνωστού αδέσποτου της Χαλκίδας με το όνομα Τάσος.

Μου ξύπνησε πολλά συναισθήματα αυτή η φωτογραφία με το βασικότερο όλων την αγάπη. Ας τη βάλουμε στη ζωή μας και ας αγαπήσουμε όλα τα έμψυχα όντα που υπάρχουν πάνω στον πλανήτη, μήπως και ο κόσμος μας γίνει λίγο καλύτερος...

Καλή ανάγνωση...

Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να απομακρύνονται και μόνο 2-3 έμειναν στον ουρανό να θυμίζουν την καταιγίδα από το προηγούμενο βράδυ.. Ο ουρανός φόρεσε το γαλάζιο χρώμα του και ο ήλιος άρχισε να κάνει παιχνίδια στη θάλασσα. Ένα καράβι μόλις έριξε άγκυρα έχοντας ως φόντο τη γέφυρα, ενώ το αεράκι που φυσούσε βοήθαγε με τον τρόπο του τους νεαρούς που επιδίδονταν με θέρμη στο kite surfing.

Ο Ηλίας κοίταξε το ρολόι. Σε λίγο θα συναντούσε τη Νίκη για το καθιερωμένο καφεδάκι τους. Κάθε φορά το ίδιο άγχος, κάθε φορά η ίδια έξαψη όποτε τη συναντούσε, όπως εκείνη την πρώτη φορά. Και να φανταστείς ότι δε ξεκίνησαν σαν σχέση.. Όχι, ξεκίνησαν και οι δύο πολύ χαλαρά, βρίσκονταν μία με δύο φορές το μήνα για ένα χρόνο συνεχόμενα, μέχρι που μετά από ένα χρόνο συνειδητοποίησαν ότι ταιριάζουν πολύ και αποφάσισαν να κάνουν σχέση.. Τρία χρόνια μετά, επιστρέφοντας στο σήμερα, θα ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας.

Ο Ηλίας κλείδωσε το γραφείο του και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Έριξε μία τελευταία ματιά στον καθρέφτη του και έκλεισε βιαστικά την πόρτα του. Βγήκε στο δρόμο. Κίνηση, φωνές, κόσμος να πηγαινόερχεται βιαστικός. Μία μαμά κρατούσε στο ένα χέρι το παιδί της και στο άλλο τσάντες με ψώνια. Ένα ζευγάρι περπατούσε αγκαλιά και χάζευε τις βιτρίνες. Πιο κει μία παρέα έπαιζε μουσική και οι περαστικοί έδιναν κάτι από τον οβολό τους ενώ ακόμα πιο πέρα ένας ρακένδυτος ηλικιωμένος περίμενε καρτερικά την ελεημοσύνη του κόσμου.

Ο Ηλίας στάθηκε και του έδωσε ένα ευρώ καθώς και μία τυρόπιτα.

«Περίεργο πράγμα ο κόσμος μας.. Από τη μία υπάρχει η ευτυχία και από την άλλη η δυστυχία. Δύο έννοιες διαφορετικές όμως άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους» σκέφτηκε..

Τις σκέψεις του διέκοψε ένα κλάμα.. Ακούστηκε πολύ γνώριμο. Κοίταξε γύρω του. Τίποτα δε φαινόταν. Πλησίασε προς την πηγή του ήχου. Και τότε το είδε. Είδε ένα μικρό κουταβάκι, ίσα που χωρούσε στην παλάμη του, να κάθεται κουλουριασμένο πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών και να κλαίει ενώ δίπλα του άλλα τέσσερα κουταβάκια, όλα όμως νεκρά. Ο Ηλίας σοκαρίστηκε. Έσκυψε και πήρε στα χέρια του το μικρό κουταβάκι.

«Μικρό μου μη φοβάσαι. Είσαι σε καλά χέρια τώρα. Όχι, μην κλαις. Ηρέμησε. Θα σε πάω στον κτηνίατρο αμέσως και μετά βλέπουμε τι κάνουμε».

Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Άνοιξε την πόρτα και ακούμπησε απαλά το μικρό κουταβάκι στη θέση του συνοδηγού. Έπειτα πήρε τηλέφωνο τη Νίκη.

«Έλα αγάπη μου. Που σε πετυχαίνω;»

«Έλα μου. Ότι ετοιμαζόμουν να φύγω» είπε η Νίκη.

«Ευτυχώς σε πρόλαβα. Άκου, σχετικά με αυτό, δε θα μπορέσω να βρεθούμε. Μου έτυχε κάτι. Θα τα πούμε μία και καλή το βράδυ στο σπίτι. Εντάξει;» «Τι σου έτυχε; Έπαθες κάτι;»

«Όχι, μην ανησυχείς. Είμαι καλά στην υγεία μου. Θα σου πω από κοντά. Κάνε υπομονή».

«Εντάξει όπως θες. Τα λέμε το βράδυ» είπε λίγο εκνευρισμένη η Νίκη και έκλεισε το τηλέφωνο.

Ο Ηλίας έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Έφτασε στην κλινική του κύριου Παπαγαλίδη.

«Καλησπέρα σας» είπε όλο χαμόγελο στη γραμματέα που καθόταν στη ρεσεψιόν και συνέχισε:

«Μπορώ να δω το γιατρό; Είναι επείγον». «Ναι, βέβαια. Μισό λεπτό να τον ενημερώσω μόνο».

Αυτά τα πέντε λεπτά αναμονής στην αίθουσα ήταν τα πιο βασανιστικά για τον Ηλία. Κρατούσε στα χέρια του ακόμα το μικρό κουταβάκι και το χάιδευε απαλά.

Τότε ήταν που θυμήθηκε και το πρώτο του σκυλάκι. Τον Αζόρ. Ο Αζόρ ήταν ένα σκυλί ράτσας Αγίου Βερνάδου που τους το είχε δώσει ένας φίλος του πατέρα του πριν χρόνια. Το τι χαρά το είχε κάνει τότε ο Ηλίας δε λέγεται. Μαζί του κοιμόταν, μαζί του έτρωγε και έπαιζαν και οι δύο όλη την ημέρα. Χωρίζονταν μόνο όταν ο Ηλίας πήγαινε σχολείο και όταν βρισκόταν πάλι ήταν αχώριστοι. Και μαζί με τον Αζόρ μεγάλωνε και ο Ηλίας.

Όμως η ζωή έχει μία τάση να παίζει περίεργα παιχνίδια και έτσι και έγινε στην περίπτωση του Αζόρ και του Ηλία, αφού στα 17 του ο Ηλίας βίωσε την πρώτη απώλεια.

Ήταν από εκείνα τα συνηθισμένα απογεύματα που είχαν βγει με τον Αζορ για την καθιερωμένη βόλτα τους . Όλα πήγαιναν ρολόι μέχρι που γύρισαν σπίτι. Ο Ηλίας άφησε τον Αζόρ στην αυλή και πήγε μέσα στο σπίτι να γεμίσει τα μπολ του με νερό και φαγητό. Όταν γύρισε όμως αυτό που αντίκρισε τον σόκαρε. Ο Αζορ ήταν πεσμένος στο έδαφος και έβγαζε αφρούς. Δίπλα του κάτι κομμάτια κρέας. Ο Ηλίας κατάλαβε. Κάποιος είχε ρίξει φόλα στο σκύλο του. Μέσα στην αυλή του. Άρχισε να φωνάζει τη μανά του και τον πατέρα του να τον πάνε στο γιατρό. Δεν πρόλαβαν. Ο Αζόρ ξεψύχησε στην αγκαλιά του Ηλία, κοιτώντας τον στα μάτια...

Θάφτηκε εκεί στην αυλή. Κάτω από μία λεμονιά. Ο Ηλίας έκανε να συνέλθει μήνες. Βλέπεις, το να χάνεις ένα σκύλο δε διαφέρει και πολύ από το να χάνεις έναν άνθρωπο. Ίδιος πόνος, ίδια συναισθήματα... Και από τότε ορκίστηκε να μη ξαναπάρει ποτέ σκυλί. Γράφτηκε μόνο σε ένα φιλοζωϊκό σύλλογο και βοηθούσε αδέσποτα. Ποτέ όμως δεν επέτρεπε στον εαυτό του να δεθεί μαζί τους. Ήθελε μόνο να τα φροντίζει, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Την αναδρομή του στο παρελθόν διέκοψε η φωνή της γραμματέας.

«Κύριε Στεφανίδη; Ο γιατρός είναι έτοιμος να σας δεχτεί. Περάστε παρακαλώ».

Ο Ηλίας μπήκε μέσα στο εξεταστήριο και ακούμπησε το κουταβάκι πάνω στο κρεβάτι.

«Τι έχουμε εδώ; Που είσαι εσύ βρε μικρούλι μου;» είπε ο κύριος Παπαγαλίδης χαϊδεύοντας το ολόμαυρο κουταβάκι με τα καστανά ματάκια. «Τι έγινε βρε Ηλία πάλι; Που το βρήκες;»

«Στο δρόμο του γραφείου μου το βρήκα. Πίσω από έναν κάδο. Κλασσική περίπτωση εγκατάλειψης Αντρέα. Ήταν μαζί με τα αδέρφια του πάνω σε ένα σεντόνι.. Μόνο που....Μόνο αυτό ήταν ζωντανό».

«Θεέ μου τι άνθρωποι υπάρχουν» αναρωτήθηκε για ακόμη μία φορά ο Αντρέας. «Ήθελα να ήξερα με τι ψυχή εγκαταλείπεις ένα ζώο. Το ίδιο θα έκαναν και στα παιδιά τους»;

«Τι να σου πω ρε Αντρέα. Δε ξέρω».

Ο Ανδρέας άρχισε να εξετάζει το κουταβάκι. Είναι αρσενικό κυνηγόσκυλο Ηλία» του είπε και συνέχισε: « Είναι πολύ αφυδατωμένο και πεινασμένο. Παράσιτα από τι βλέπω δεν έχει. Όμως φαίνεται καταβεβλημένο. Απορώ και πως άντεξε... Μάλλον ήταν γραφτό του να ζήσει. Ζυγίζει 3 κιλά και θα γίνει αρκετά μεγάλο. Το μόνο που μένει τώρα είναι να του κάνουμε εξετάσεις αίματος και να το ταΐσουμε» είπε.

«Και μετά τι» ρώτησε ο Ηλίας.

«Μετά αν δεν το υιοθετήσεις εσύ θα το πάμε στο καταφύγιο με την ελπίδα να βρεθεί κάποιος να ενδιαφερθεί και να τον υιοθετήσει. Αν δε βρεθεί θα μείνει και αυτός όπως τα υπόλοιπα μέσα στο κλουβί».

«Όχι Θέε μου» έκανε ο Ηλίας.

«Εσύ; Δεν το σκέφτεσαι να το υιοθετήσεις;» ρώτησε διστακτικά ο Αντρέας.

«Αφού ξέρεις.. Άλλωστε τώρα δε μένω και μόνος. Είναι και η Νίκη μαζί μου και δεν τα πολυσυμπαθεί».

«Ναι, καταλαβαίνω. Τι λες; Πως να τον πούμε;»

«Πέρση θα τον πούμε. Του ταιριάζει νομίζω».

«Πέρση ε; Καλό ακούγεται».

Η ώρα πέρασε, οι εξετάσεις έγιναν και ο Πέρσης μεταφέρθηκε στο ησυχαστήριο. Ο Ηλίας αφού χαιρέτησε τον κτηνίατρο μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε για το σπίτι.

Ανοίγοντας την πόρτα βρήκε τη Νίκη να τον περιμένει στο σαλόνι χαζεύοντας αδιάφορα τηλεόραση.

«Μπα; Βρήκες τον δρόμο για το σπίτι» τον ρώτησε με μία δόση ειρωνείας.

«Μη θυμώνεις πριν με ακούσεις σε παρακαλώ» είπε και έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο.

Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι και έκατσε στον καναπέ. «Από που θες να ξεκινήσω» είπε στη Νίκη.

«Από την αρχή. Σε ακούω».

Μία ώρα κράτησε η αφήγηση του Ηλία στη Νίκη για όλα αυτά που έζησε σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Το ουίσκι τελείωσε και η ώρα ήταν ήδη περασμένη.

Η Νίκη αρκετά μαλακωμένη πια είχε πλησιάσει τον Ηλία ο οποίος είχε αρχίσει πια να κλαίει σαν μικρό παιδί.

«Να το έβλεπες μόνο αγάπη μου. Πως ήταν το καημένο» θα σου σκιζόταν η καρδιά.

«Καταλαβαίνω βρε μωράκι μου. Αλλά ξέρεις ότι δεν τα μπορώ τα σκυλιά Δεν είναι ότι τα φοβάμαι απλά δε ξέρω. Όλη αυτή η συχνή επαφή, η φροντίδα, όλα αυτά με αγχώνουν. Άλλωστε κυνηγόσκυλο δεν είπες ότι είναι; Που θα το βάλουμε; Σε ένα τριαράκι ζούμε μόνο».

Ο Ηλίας κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Ναι, τα σκέφτηκα και εγώ αυτά. Μάρτυρας μου όμως ο Θεός ότι με τον Πέρση, έτσι τον ονόμασα, ένιωσα και πάλι έτοιμος να υιοθετήσω ένα σκυλάκι, μετά από τόσα χρόνια».

Κοιμήθηκαν εκεί στον καναπέ αγκαλιασμένοι. Οι επόμενες ημέρες κύλησαν ακριβώς με την ίδια ρουτίνα. Ο Ηλίας έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνα τον Ανδρέα και τον ρωτούσε για τον Πέρση. Κανείς δεν τον είχε υιοθετήσει αν και ο Πέρσης συνέχιζε να μεγαλώνει και να είναι υγιής.

Δεν είχε περάσει από το καταφύγιο. Δεν ήθελε να δεθεί άλλο.. Είχε ήδη δεθεί από την πρώτη στιγμή.

Ένας μήνας πέρασε. Εκείνο το πρωί που ο Ηλίας πήρε τηλέφωνο τον Αντρέα και τον άκουσε χαρούμενο κατάλαβε. Ο Πέρσης υιοθετήθηκε. Έκλεισε το τηλέφωνο χαρούμενος μα και λυπημένος.. Χαρούμενος γιατί ήξερε ότι τα καλύτερα για τον Πέρση ήταν μπροστά του αλλά λυπημένος γιατί ήθελε εκείνος να είναι στη θέση των νέων «γονιών» του Πέρση.

Η μέρα του κύλησε απελπιστικά αργά, μέχρι και τον καφέ του με τη Νίκη τον ήπιε τελείως ανόρεχτα.

Το βράδυ γύρισε σπίτι. Με το που μπήκε η Νίκη τον περίμενε ντυμένη αρκετά καλά και με την τραπεζαρία να είναι στρωμένη με το αγαπημένο του φαγητό.

«Καλώς τον μου. Έλα κάτσε να φάμε πριν κρυώσει» είπε και τον φίλησε με θέρμη στο στόμα.

«Τι γιορτάζουμε» της είπε

«Τίποτα. Πρέπει να γιορτάζουμε κάτι; Έλα, κάτσε»

Ο Ηλίας έκατσε στο τραπέζι. Η ώρα κυλούσε πολύ ευχάριστα. Αφού τελείωσαν το γεύμα η Νίκη σηκώθηκε να φέρει το δίσκο με το γλυκό. Μόνο που ανοίγοντας τον ο Ηλίας δεν αντίκρισε γλυκό αλλά χαρτιά.

«Τι είναι αυτά» τη ρώτησε

«Δες. Ξέρεις ανάγνωση» του είπε.

«Το παρόν ακίνητο παραχωρείται προς ενοικίαση στους ...» δε συνέχισε.

«Καινούργιο σπίτι; Μονοκατοικία; Πως; Γιατί» ρώτησε.

«Ε να σκέφτηκα ότι δε θα χωράμε στο τριάρι» είπε η Νίκη.

«Αγάπη μου; Είσαι έγκυος» είπε με μία λάμψη στα μάτια του ο Ηλίας.

«Ναι, είμαι 3 μηνών. Αλλά δεν είναι μόνο το μωρό.. Θα υπάρξει και άλλο μέλος στην οικογένεια που θέλει πολύ χώρο για να κινηθεί». «Ποιος; Δεν καταλαβαίνω» είπε ο Ηλίας.

Η Νίκη σηκώθηκε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Έπειτα άνοιξε την πόρτα και άφησε τον Πέρση να βγει έξω στο σαλόνι.

«Να ο Πέρσης ήθελε περισσότερο χώρο και έτσι βρήκα αυτή τη μονοκατοικία με αυλή και είπα να τη νοικιάσουμε».

Ο Ηλίας είχε μείνει εμβρόντητός ενώ ο Πέρσης είχε ήδη πάει στα πόδια του και του γάβγιζε κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Έσκυψε και τον πήρε αγκαλιά ενώ πλησίασε και τη Νίκη.

«Δεν τα φοβάσαι πια της είπε;»

«Όχι. Αυτός ο σκύλος ήταν και ένα στοίχημα για μένα. Άλλωστε η αγάπη μου για σένα με βοήθησε να ξεπεράσω κάθε φόβο μου. Θέλω να σε βλέπω ευτυχισμένο αγάπη μου. Και αυτός ο σκύλος ήταν για σένα μία μικρή ευτυχία» του απάντησε.

Ο Ηλίας άφησε κάτω τον Πέρση και την πήρε μια σφιχτή αγκαλιά. Έπειτα χάιδεψε την κοιλιά της και της είπε: «Να ξέρεις ότι το μωρό μας θα έχει την καλύτερη νταντά» και γύρισε και κοίταξε τον Πέρση ο οποίος κουνούσε χαρούμενα την ουρά του.

«Σε αγαπάω ματάκια μου. Σε αγαπάω πολύ. Αυτήν τη χαρά που μου έδωσες σήμερα δε θα τη ξεχάσω ποτέ. Και στο υπόσχομαι. Κάθε μας ημέρα από εδώ και μπρος θα είναι έτσι. Γεμάτη χαρούμενες στιγμές».

Έκατσαν και οι τρεις στον καναπέ ενώ έξω από το παράθυρο τα φύλλα της γλάστρας είχαν αρχίσει να κουνιούνται απαλά χορεύοντας στο ρυθμό του αέρα. Η θάλασσα συμμετείχε και αυτή ενώ τα φώτα της πόλης έδιναν μία απόκοσμη ομορφιά στο τοπίο..

Είναι αυτή η ομορφιά που δίνει η αγάπη. Η αγάπη που πρέπει να έχουμε στη ζωή μας για όλα τα έμβια όντα του πλανήτη. Η αγάπη αυτή που ομορφαίνει την κάθε μας στιγμή, που μας βελτιώνει σαν ανθρώπους, που μας βοηθάει να ξεπερνάμε τους φόβους μας.

Βάλτε στη ζωή σας την αγάπη παιδιά και όλα θα είναι καλύτερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου