Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΧΑΛΚΙΔΑ, Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ

Έχει μία περίεργη «κατάρα» αυτή η πόλη. Ναι, έτσι θα χαρακτήριζα τη Χαλκίδα. Ως μία «καταραμμένη» πόλη και αυτό γιατί υπάρχουν στιγμές που θες να φύγεις μακριά της, όμως κάτι σε κρατάει. Δε θες να την αποχωριστείς και το ξέρεις. Όμως ακόμα και αν φύγεις πάντα αφήνεις την προοπτική γυρισμού ανοιχτή και με την πρώτη ευκαιρία το κάνεις. Για αυτό τη θεωρώ έτσι. Γιατί έχει έναν περίεργο μα και συνάμα γοητευτικό τρόπο να σε κρατάει κοντά της.

Δε σας κρύβω ότι καμία φορά σκέφτομαι να φύγω από αυτόν τον τόπο. Όχι γιατί δε μου αρέσει σαν ομορφιά, καμία σχέση. Απλά να, λίγο η περιορισμένη διασκέδαση που έχει, λίγο η περίεργη νοοτροπία που συναντώ σε κάποιους ανθρώπους, λίγο οι ελάχιστες ευκαιρίες που σου παρουσιάζονται προκειμένου να εξελιχθείς, καθώς και η περιορισμένη αγορά εργασίας με βάζουν στη διαδικασία να αναζητώ τρόπους ώστε να πάω σε άλλα μέρη για λίγο ή για πολύ.


Και να φανταστείς ότι η Χαλκίδα δεν ήταν ποτέ έτσι. Μία «νεκρή» πόλη. Κάποτε, όταν δούλευαν και τα εργοστάσια, όταν άνθιζε η ελληνική οικονομία έσφυζε από ζωή. Μαγαζιά άνοιγαν το ένα μετά το άλλο, άνθρωποι εργάζονταν και κατά συνέπεια ενίσχυαν την τοπική οικονομία. Βέβαια, κάποιοι εκμετάλλευονταν αυτό το γεγονός και ανέβαζαν στα ύψη τις τιμές και τώρα ενόψει κρίσης αναγκάστηκαν να τις ρίξουν και μάλιστα κατά πολύ. Αυτό άλλωστε μου έλεγαν και πιο παλιά και κάποιοι –ελάχιστοι- μου το λένε ακόμα και τώρα, ειδικά φοιτητές, ότι είστε πολύ όμορφη πόλη αλλά με ακριβή ζωή.. Όσο για τον κόσμο; Δεν υπήρχε ημέρα ή νύχτα που να κυκλοφορούσες και να μην έβλεπες γεμάτα τα μαγαζιά. Τώρα, αν κάνεις μία βόλτα ένα βράδυ καθημερινής θα δεις άδεια την παραλία. Όχι ότι είναι επιλήψιμο αυτό, αντίθετα σε κάνει να απολαμβάνεις με την ηρεμία σου τη θάλασσα, τη σιωπή, τη νύχτα.

Πριν μέρες είχα την ευκαιρία να περπατήσω νύχτα στην παραλία. Ήταν μία πολύ όμορφη βραδιά, αν και ήταν Οκτώβριος. Η θάλασσα ήταν ήρεμη σαν λάδι. Μπορούσες να δεις τα φώτα να αντικατοπτρίζονται με την παραμικρή λεπτομέρεια στα σκοτεινά νερά της. Η παλιά γέφυρα –σημάδι της πόλης μας- έλαμπε και αυτή μέσα στη νύχτα με τα φώτα της να της προσδίδουν μία ιδιαίτερη λάμψη. Ναι, ακόμα και αυτή η γέφυρα που πολλοί από εμάς –συμπεριλαμβανομένης και εμένα- έχουμε σιχτιρίσει την τύχη μας κάθε φορά που ανοίγει και μας βρίσκει δέσμιους είτε στη βοιωτική είτε στην ευβοϊκή ακτή, ακόμα και αυτή έχει τη δική της ομορφιά. Αρκεί να δεις τα καράβια να περνάνε πάνω-κάτω. Καράβια τουριστικά, καράβια εμπορικά, όλα έχουν τη δική τους μαγεία. Σου ξυπνάνε αισθήματα ταξιδιού, φυγής, ηρεμίας. Σε εκείνα τα νερά που άλλοτε πάνε πάνω, άλλοτε κάτω και σε τρελαίνουν και σε κάνουν να τα παρατηρείς με τις ώρες. Ακούραστα, καθισμένος/η σε ένα από τα χιλιάδες παγκάκια που υπάρχουν είτε στην παραλία, είτε στην απέναντι μεριά, προς Ιχθυόσκαλα και Ροδιές.


Επανερχόμενη όμως στη βόλτα μου, όπως είπα η γέφυρα έλαμπε μέσα στο νυχτερινό τοπίο. Το όλο σκηνικό συμπλήρωνε το κίτρινο φεγγάρι με τα σύννεφα γύρω του καθώς και το υγρό –δείγμα υγρασίας- πλακόστρωτο της παραλίας. Περπατούσες στην παραλία και ένιωθες ότι πρέπει να απελευθερώσεις κάθε σου συναίσθημα που ένιωθες εκείνη την ώρα. Ήθελες να τρέξεις πάνω-κάτω, να κάνεις ποδήλατο δίπλα στη θάλασσα, να γελάσεις και να φωτογραφηθείς με την παρέα σου, να κάνεις ότι δε θα έκανες αν είχε κόσμο. Για να λέμε όμως και του στραβού το δίκιο είναι ωραίος και ο κόσμος. Ζευγαράκια περπατάνε πάνω-κάτω, παρέες αγοριών και κοριτσιών το ίδιο, γυναίκες μόνες και άντρες μόνοι, όλοι εκεί. Στο γνωστό νυφοπάζαρο, κάθε Σάββατο βράδυ.


Και ύστερα έρχονται και οι Κυριακές. Ηλιόλουστες ημέρες, με τους γλάρους να πετάνε πάνω-κάτω και την παραλία να γεμίζει με οικογένειες αλλά και ξενυχτισμένους νέους και νέες που κατέβηκαν να απολαύσουν τον κυριακάτικο καφέ τους. Αρκετοί μάλιστα πηγαίνουν μέχρι το τέλος της παραλίας, στις καφετέριες του Κρηπιδώματος, όπου εκεί αφήνουν στη μεγάλη πλατεία τα παιδιά τους να παίζουν και απολαμβάνουν λίγες στιγμές ηρεμίας. Για όσους πάλι κάθονται σε κάποια καφετέρια της παραλίας έχουν πάλι την ευκαιρία να απολαύσουν τη θάλασσα και τον ήλιο.. Και για να μη λέμε μόνο για τον καφέ βέβαια τόσο στην παραλία, όσο και στην απέναντι μεριά της αλλά και σε γειτονικές περιοχές (Κουρέντι) μπορείς να απολαύσεις ψαράκι, κρεατικό ή κάποιο γλυκό δίπλα στο κύμα. Ιδανική Κυριακή αν μη τι άλλο, σωστά; Είναι σαν να κάνεις μία μικρή μονοήμερη μέσα στην ίδια σου την πόλη. Άσε δε τα καλοκαίρια. Οι παραλίες που υπάρχουν τόσο μέσα στην πόλη όσο και σε κοντινές περιοχές σε προ(σ)καλούν να τις επισκεφτείς και να περάσεις όμορφες στιγμές.


Είδες, έχω τόσα πολλά να πω που ξέχασα τι άλλο θέλω να γράψω. Μου βγαίνουν τόσα πολλά για αυτή την πόλη και ας γκρινιάζω –οι φίλοι μου ξέρουν- συνέχεια. Καταβάθος την αγαπώ και δύσκολα θα την αποχωριζόμουν. Μου αρέσει να βγαίνω και να πηγαίνω βόλτα στην παραλία, να γυρνάω τα βράδια σπίτι μου και να περπατάω δίπλα στη θάλασσα, να πίνω τον καφέ μου και να βλέπω καράβια να πηγαίνουν πάνω κάτω, να μπορώ να απολαμβάνω τον καφέ μου ή το φαγητό μου σε μικρά μαγαζάκια συνοικιακά θυμίζοντας μου άλλες εποχές, φοιτητικές. Μου αρέσει να βλέπω τα παλιά αναπαλαιωμένα αρχοντικά κτίρια. Και εδώ είναι και μία έκκληση προς τις δημοτικές αρχές του τόπου. Αναπαλαιώστε όσα περισσότερα κτίρια μπορείτε. Έχει τόσα πολλά και είναι τόσο όμορφα που είναι κρίμα να χάνονται με το πέρασμα των χρόνων.


Μου αρέσει ακόμα να περπατάω στη συνοικία της Αγίας Παρασκευής και να βρίσκομαι αυτόματα σε μία άλλη εποχή. Μία εποχή που έβγαινες στο πεζοδρόμιο και έπαιζες με τους φίλους σου ενώ η μάνα σου από το μπαλκονάκι φώναζε «να προσέχεις» ή «έλα τρώμε» και άλλα πολλά. Μου αρέσει που ακόμα βλέπω ηλικιωμένους να κάθονται όλοι μαζί σε συντροφιές σε ένα σπίτι και να απολαμβάνουν το απογευματινό ή πρωινό τους καφεδάκι. Μου αρέσει να βλέπω την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής να δεσπόζει επιβλητική ενώ απέναντι της η οικία Βαίλου προσφάτως ανακαινισμένη να τονίζει την κομψότητα και την κλασσική ομορφιά.


Μου αρέσει ακόμα που βλέπω μικρούς και μεγάλους να κάνουν ποδήλατο, μου αρέσει να περπατάω στην Κριεζώτου, στην Αβάντων και την Ερμού και να χαζεύω τις βιτρίνες ενώ δίπλα μου η φίλη μου με τραβάει από εδώ και από εκεί γιατί σε κάθε μαγαζί κάτι της γυάλισε και πρέπει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ να το αγοράσει. Και ύστερα αποκαμωμένη να κάθομαι στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και να απολαμβάνω τα πιτσιρίκια να παίζουν ξέγνοιαστα στην παιδική χαρά ή να παίζουν μπάλα, είτε μπάσκετ, είτε ποδόσφαιρο, όπως κάναμε και εμείς μικρά.


Μου αρέσει η πόλη μου. Μου αρέσουν τα κτίρια της. Και τον κόσμο της όσο και αν κάποιες φορές με εκνευρίζει με την νοοτροπία του άλλο τόσο τον αγαπώ. Την αγαπάω την πόλη μου. Αγαπάω που ξυπνάω και βλέπω θάλασσα, αγαπάω που ξυπνάω και αντικρίζω το βουνό. Αγαπάω τις δύο γέφυρες της και τα τόσα ιστορικά κτίρια της. Αγαπάω την παραλία της, αγαπάω τις πλατείες και τα πάρκα της, αγαπάω τους δρόμους της. Κάθε δρόμος της και μία μικρή ιστορία. Οικογενειακή, φιλική, κάθε δρόμος και μία ανάμνηση.


Και ναι, δε θα έφευγα εύκολα από την πόλη μου. Θα εξαντλούσα κάθε δυνατότητα που θα είχα πριν αποφασίσω να την «εγκαταλείψω» και αν γινόταν αυτό θα ήταν καθαρά για λόγους επιβίωσης. Όμως όπου και αν πήγα, όπου και αν πάω, η Χαλκίδα θα είναι πάντα η πόλη μου. Το μέρος που κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, το μέρος που ξέρω πια ότι είναι το λιμάνι μου. Είναι εκείνη η δικιά μου μονοήμερη. Η αφετηρία μου μα και συνάμα ο τελευταίος μου σταθμός.. Είναι η πόλη μου, είναι η Χαλκιδάρα μου!


2 σχόλια: