Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΜΥΘΟΣΑΛΑΤΑ

Το παρακάτω κείμενο είναι μία μυθοσαλάτα από γνωστούς μύθους του Αίσωπου. Είναι εργασία που έγινε στα πλαίσια του μαθήματος Παιδική Λογοτεχνία με διδάσκουσα την κυρία Θάλειας Καλαμπαλίκη στο τμήμα Βοηθός Βρεφονηπιοκόμου στο Δημόσιο ΙΕΚ Χαλκίδας, στο οποίο και φοιτώ.. Με βοήθησαν δίνοντας ιδέες η Βίκυ, Κατερίνα, Εύα και Μαρία.

Τι δουλειά έχει ένας ψεύτης βοσκός, μία αλεπού, μία χελώνα, ένα καβούρι, ένας λύκος, ένας τζίτζικας και ένα μυρμήγκι; Ποιο είναι το κρυφό μυστικό που τους ενώνει; Μία στιγμή, μία συνάντηση τους άλλαξε τις ζωές τους. Αναθεώρησαν απόψεις και άλλαξαν στάση ζωής. Διδάχτηκαν ότι το ψέμα, η περηφάνια, η τεμπελιά, η ανυπακοή μόνο κακό τους κάνει.. Αντίθετα η αγάπη, η μετριοφροσύνη, η εργασία και η υπακοή μόνο θετικές και καλές αλλαγές μπορεί να φέρει στη ζωή τους..

Και κάπου εδώ ξεκινάει η ιστορία μας....

Ήταν ένα ζεστό ανοιξιάτικο πρωί. Ο ήλιος έκαιγε δείχνοντας από νωρίς τις διαθέσεις του ότι θα ήταν μία ακόμη ζεστή ημέρα.. Ο Αρίστος ένα μικρό παιδί 14 χρονών πήρε από νωρίς τα πρόβατα του παππού του να πάει να τα βοσκήσει. Βλέπεις ο παππούς ήταν άρρωστος και δέχονταν τις φροντίδες της μητέρας του ενώ ο πατέρας είχε κατέβει στο χωριό να πουλήσει τα προϊόντα του. Ντομάτες, πατάτες, φρέσκα κρεμμύδια όλα δικής του σοδειάς, όλα μοσχομύριζαν σαν περνούσες από τον πάγκο του. Όχι να το παινευτεί ο κύρ-Μήτσος αλλά οι κόποι του και η συνεχής φροντίδα του απέδιδαν καρπούς.. Συντροφιά του σε όλες τις εργασίες είχε την αγαπημένη του χελώνα.

Ο Αρίστος, όπως είπαμε ήταν πολύ ζωηρό παιδι και ο πατέρας του παραπονιόταν συνεχώς ότι με τα ψέματα και την ανυπακοή του θα τους έβαζε σε μπελάδες. Και η ημέρα εκείνη δεν άργησε να έρθει..

Ο μικρός Αρίστος φόρεσε τις φόρμες του και αφού πήρε το κολατσιό του, χαιρέτησε τη μάνα του και πήρε τα βουνά έχοντας ως στήριγμα τη γκλίτσα του παππού του. Σκαλισμένη στο χέρι και πολύ όμορφη. Μαζί του η χελώνα την οποία συμβούλεψε ο πατέρας του Αρίστου να πάει μαζί του για να τον προσέχει.

Μετά από αρκετό περπάτημα ο Αρίστος βρίσκει ένα ωραίο σημείο με ένα πολύ μεγάλο δέντρο που θα του εξασφάλιζε τον απαραίτητο ίσκιο. Άφησε τα πρόβατα να βοσκήσουν και έγειρε στο δέντρο αρχίζοντας να παίζει τη φλογέρα του. Ξαφνικά στα πόδια του βρίσκεται ένα μικρό καβούρι. Ο Αρίστος παραξενεμένος σκύβει και το κοιτάει.

«Βοήθησε με. Έφυγα από το σπίτι μου και χάθηκα. Δε ξέρω που είμαι ενώ με κηνυγάει και μία κακιά αλεπού να με φάει. Τη γλίτωσα τελευταία στιγμή» αποκρίθηκε.

Ο Αρίστος τα έχασε. Καβούρι που μιλάει; Μάλλον τρελάθηκα σκέφτηκε..

«Τι θα γίνει ψηλέ; Θα με κοιτάς έτσι; Δε θα με βοηθήσεις;» συνέχισε το καβούρι.

«Ναι, συγγνώμη αφαιρέθηκα» είπε ο Αρίστος και συνέχισε «Γιατί έφυγες από το σπίτι σου; Δε ξέρεις ότι είναι κακό του και σε βάζει σε κινδύνους; Εμένα πάντα αυτό μου λέει η μαμά μου».

Το καβούρι σάστισε και απάντησε: «Ξέρεις καμία φορά νιώθω ότι οι μεγάλοι δε με καταλαβαίνουν. Για αυτό έφυγα. Όμως τώρα μου λείπει η μαμά μου. Θέλω τόσο πολύ να την αγκαλιάσω ξανά» αποκρίθηκε κλαίγοντας.

«Έλα μη στεναχωριέσαι κάτσε εδώ και θα σε βοηθήσω εγώ. Σε λίγο όμως να τελειώσω τη δουλειά μου».

Την κουβέντα τους διέκοψε ένα μυρμήγκι τη στιγμή που ο τζίτζικας είχε αρχίσει να τραγουδάει χαρούμενος.

«Ε, εσείς εκεί. Βοηθήστε με να μεταφέρω αυτά στη φωλιά μου αν έχετε την καλοσύνη» φωνάξε το μηρμύγκι ενώ φύσαγε και ξεφύσαγε αγανακτισμένο.

«Τι θες τη δουλειά με τέτοια ζέστη» φώναξε το τζιτζίκι που είχε σταματήσει το τραγούδι.

Τότε πετάχτηκε το καβούρι και είπε: «Καλά κάνει και δουλεύει. Μαζεύει τροφή για το χειμώνα. Δε ξέρεις την παροιμία που λέει φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι»;

Ο τζίτζικας γέλασε δυνατά. «Εγώ ακόμα και τώρα να πεινάσω έχω έτοιμο φαγητό. Δε χρειάζεται να δουλέψω, ούτε να αποταμιεύσω τίποτα. Όποτε θέλω θα βρω να φάω» συνέχισε χαχανίζοντας.

Το καβούρι έκανε πως δεν τον άκουσε και βοήθησε το μυρμήγκι να πάει τα πράγματα στη φωλιά του.

Ο Αρίστος έμεινε πάλι μόνος του. Χαμένος στη σκέψη του δεν παρατήρησε το λαγό που ήρθε κοντά του.

«Ε, εσείς! Κοιτάξτε με φώναζε. Κοιτάξτε πως τρέχω» και βάλθηκε να τρέχει πάνω κάτω, πάνω κάτω. Κοιτάζοντας δε τη χελώνα που μόλις είχε ξυπνήσει και περπατούσε αργά άρχισε να την κοροιδευεί και να της κάνει επίδειξη της δυναμής του.

«Εγώ τρέχω πιο γρήγορα από σένα και για αυτό είμαι σε φόρμα. Απορώ πως περπατάς τόσο αργά. Σε έναν κίνδυνο τι θα κάνεις»;

«Θα χρησιμοποιήσω το μυαλό μου και θα ξεφύγω» είπε ήρεμα η χελώνα.

Μυαλό και βλακείες γέλασε ο λαγός. Το σώμα σου θα σε σώσει και όχι τα βιβλία είπε και συνέχισε να τρέχει πάνω κάτω κοροιδεύοντας τη χελώνα η οποία τον κοιτούσε αδιάφορα.

Η ώρα περνούσε ενώ ο Αρίστος είχε αρχίσει να βαριέται. Αποφάσισε τότε να κάνει μια πλάκα και αρχίζει να φωνάζει «Βοήθεια χωριανοί. Λύκος, λύκος τρώει τα πρόβατα μου».

Έτρεξαν οι χωριανοί, πήραν τα τουφέκια αλλά ο λύκος πουθενά. Ο Αρίστος γέλαγε δυνατά. Οι χωριανοί αποχώρησαν απογοητευμένοι. Έπρεπε να το φανταστούν.

Ο Αρίστος αποκαμωμένος από την πλάκα συνέχισε να κοιτάει τα πρόβατα ενώ δεν έδωσε σημασία στη χελώνα που του έλεγε για ακόμη μία φορά ότι τα ψέματα δεν κάνουν καλό.

Πλησίαζε μεσημέρι όταν οι φωνές του καβουριού ξεσήκωσαν τον Αρίστο.

«Βοήθεια, βοήθεια. Θα με φάει. Με ακούει κανείς»;

Ο Αρίστος σηκώθηκε και είδε μία αλεπού που είχε πιάσει το καβούρι και ήταν έτοιμη να το φάει.
Τότε εμφανίζεται ένας λύκος που ορμάει στην αλεπού σώζοντας το καβούρι ενώ η αλεπού έφυγε ταπεινωμένη και γεμάτη γρατζουνιές Όμως ο λύκος δεν είχε καλές προθέσεις. Πίστευε ότι η αλεπού κοιτούσε τα πρόβατα που είχε ο ίδιος βάλει στο μάτι.

Ο Αρίστος χλώμιασε. Ένας λύκος ήταν μπροστά του. Άρχισε να φωνάζει βοήθεια μόνο που κανείς πια δεν ήρθε. Ο λύκος άρχισε να κινείται απειλητικά προς το μέρος του δείχνοντας τα δόντια του. Ο λαγός τον βλέπει και τρέχει να ξεφύγει. Όμως δε μπορούσε. Είχε κουραστεί από το τρέξιμο και έτσι λαχανιασμένος καθώς ήταν ο λύκος τον πιάνει και τον κάνει μια χαψιά. Μάταια έκλαιγε ο λαγός και ζητούσε βοήθεια. Μετά πλησιάζει τη χελώνα και εκείνη αργά με μια εκνευριστική αργοπορία και ψύχραιμα κρύβεται στο καβούκι της. Όσο και αν προσπάθησε όμως δεν κατάφερε να τη φάει.

Νευριασμένος στράφηκε στα πρόβατα. Τότε ο Αρίστος έβαλε τα κλάματα και παρακαλούσε το λύκο να μην τα φάει. Όμως ο λύκος δεν άκουγε τίποτα. Ξάφνου νιώθει ένα γαργάλημα στα αυτιά του. Το μυρμήγκι είχε αναλάβει δράση. Ο λύκος άρχιζε να ξύνεται προσπαθώντας να απαλλαγεί από τη φαγούρα ενώ το καβούρι του τσίμπαγε το πόδι. Ο λύκος μαχόταν να ξεφύγει αλλά τίποτα. Οι αντίπαλοι ήταν πολύ πιο ισχυροί. Στο τέλος αποκαμωμένος φώναξε: «Σταματήστε! Παραδίνομαι» και ξάπλωσε κάτω στο έδαφος.

Τότε το καβούρι τον πλησίασε και του είπε: «Σε νικήσαμε όχι γιατί ήμασταν πιο δυνατοί αλλά πιο ενωμένοι. Γιατί και οι δυο προσπαθήσαμε μαζί. Και μου κάνει εντύπωση πως εσύ που πριν λίγο έσωσες μια ζωή θέλεις να αφαιρέσεις άλλες».

Ο λύκος δε μίλησε. Κοίταζε λυπημένος γιατί ήξερε ότι το καβούρι είχε δίκιο. Ο Αρίστος είχε σταματήσει να κλαίει και άρχισε δειλά-δειλά να πλησιάζει το λύκο ενώ η χελώνα είχε βγει και εκείνη από το καβούκι της. Όλοι πια είχαν στραφεί στο λύκο ο οποίος ένιωθε ηττημένος και προδωμένος. Ήταν και αυτός ο πόνος στο στομάχι του. Ο λαγός βλέπεις. Δε σταματούσε να διαμαρτύρεται μιας και ο λύκος τον είχε καταπιεί ζωντανό από τη βιασύνη του.

Ο λύκος σηκώθηκε, με μια μαγική κίνηση έβγαλε το λαγό από τη χελώνα και απογοητευμένος έφυγε. Ήξερε ότι είχε νικηθεί. Προσπάθησε να ικανοποιήσει τον εαυτό του και δεν ενδιαφέρθηκε για κανέναν άλλο. Συνειδητοποίησε ότι δεν είχε φίλους. Ένιωθε μόνος.

Τότε η χελώνα τον κάλεσε να μείνει κοντά τους. Εξάλλου μπορεί η αλεπού να γύρναγε, οπότε θα ήταν πολύ χρήσιμος ως φύλακας. Ο λύκος ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά του και έκατσε παρέα με τον λαγό, τη χελώνα, το καβούρι και το μυρμήγκι, ενώ εκείνη την ώρα εμφανίζεται και ο τζίτζιγκας απογοητευμένος.

«Έκαναν επίθεση στη φωλιά μου και μου τα πήραν όλα. Δεν έχω τίποτα και πεινάω. Βοηθήστε με».
Το μυρμήγκι στράφηκε προς το μέρος του και του είπε: «Έχω αρκετό φαγητό όμως θα το μοιραστώ μαζί σου μόνο αν με βοηθήσεις με το φόρτωμα». Ο τζίτζικας δεν έφερε αντίρρηση.

Λίγη ώρα μετά όλοι μαζί ήταν μία παρέα και τραγουδούσαν. Το φεγγάρι που είχε αρχίσει να βγαίνει στον ουρανό χαμογελούσε ενώ προσπαθούσε να διώξει ένα συννεφάκι που ήθελε παιχνίδια. Και εκεί κάτω από το φως των αστεριών όλοι μαζί τραγούδαγαν, γέλαγαν, έχοντας πάρει ο καθένας το δικό του μάθημα και έχοντας βρει ο καθένας από ένα φίλο. Τα πρόβατα είχαν ξαπλώσει στο χορτάρι ενώ ο Αρίστος κοίταξε τον ουρανό. Τα αστέρια του φάνηκαν πολύ φωτεινά. Αύριο θα βοηθούσε και το καβούρι να βρει την οικογένεια του. Σκέφτηκε τη μητέρα του και πως κινδύνεψε σήμερα η ζωή του από το λύκο. Υποσχέθηκε σε εκείνο το αστέρι να μην ξαναπεί ψέματα. Ποτέ.

Όσο για την αλεπού εκείνη δεν εμφανίστηκε ξανά και κανείς δε ξέρει τι απέγινε..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου