Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό τόπο μέσα στο δάσος ζούσε ένας γεράκος ο οποίος αν και φτωχός είχε πολλή αγάπη μέσα του. Βλέπεις η γυναίκα του είχε πεθάνει σχετικά νέα και ο γιος του τον είχε εγκαταλείψει εδώ και χρόνια αφού πρώτα έφυγε για σπουδές και έπειτα έμεινε μόνιμα στην πρωτεύουσα δουλεύοντας σε μια μεγάλη εταιρεία. Στην αρχή επισκεπτόνταν αρκετά συχνά τον πατέρα του όμως με τον καιρό τον ξέχασε τελείως. Τον θυμόταν μόνο σε γιορτές παίρνοντας τον απλά ένα τηλέφωνο. Και έτσι τα χρόνια περνούσαν και ο γεράκος συνέχιζε να εργάζεται πότε από εδώ, πότε από εκεί φροντίζοντας να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την επιβίωσή του.

Και τα χρόνια περνούσαν και ο γεράκος συνέχιζε να μένει μόνος του έχοντας ως συντροφιά του τον σκύλο του, δυο γάτες, τις κοτούλες και τα προβατάκια του. Το σπιτάκι του ήταν μικρό, φθαρμένο από τον χρόνο όμως τόσο περιποιημένο, ενώ ο λαχανόκηπος του που γέμιζε ανάλογα με την εποχή του πρόσφερε τα απαραίτητα που είχε ανάγκη. Μάλιστα αρκετές φορές κατέβαινε στο κοντινότερο χωριό και τα πουλούσε ή τα αντάλλαζε για να πάρει κάτι άλλο πιο αναγκαίο.

Όλα κυλούσαν λοιπόν τόσο ήρεμα μέχρι εκείνο το σκοτεινό και κρύο βράδυ του χειμώνα, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα. Ο γεράκος είχε κάτσει στην αγαπημένη του ξύλινη πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και διάβαζε το αγαπημένο του βιβλίο ενώ ο σκύλος με τις γάτες έπαιζαν λίγο πιο πέρα πάνω στη ζεστή φλοκάτη. Τη σιωπή της νύχτας διέκοψε ένας δυνατός χτύπος στην πόρτα. Ήταν τόσο δυνατός που ο σκύλος κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι ενώ οι γάτες ανατρίχιασαν ολόκληρες. Ο γεράκος ήρεμος σηκώθηκε και πήγε να δει ποιος είναι. Ανοίγοντας την πόρτα είδε έναν πελώριο τύπο με άσπρα γένια, εμφανώς ταλαιπωρημένο.

«Γεια σας και συγγνώμη για την ενόχληση . Χάλασε το αυτοκίνητό μου και ψάχνοντας για βοήθεια χάθηκα στο δάσος. Θα μπορούσα να μείνω εδώ το βράδυ»;

Ο γεράκος αφού τον εξέτασε προσεκτικά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και του έκανε νόημα να περάσει μέσα.



Ο μυστήριος τύπος έσκυψε και πέρασε το κατώφλι της πόρτας. Κοίταξε το σπίτι εξονυχιστικά. Ένα τραπέζι, καρέκλες, μία ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα, ένα αναμμένο τζάκι, μια μικρή κουζίνα και ένα ψυγείο συμπλήρωναν την εικόνα ενός φτωχικού σπιτιού. Από την άλλη η ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στη σοφίτα πρόσδιδε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στο χώρο κάνοντας το να μοιάζει σαν να είναι βγαλμένο από κάποιο παραμύθι. Το όλο σκηνικό συμπλήρωνε ένα μικρό δεντράκι στολισμένο με κάτι παλιά αλλά πολύ όμορφα στολίδια. Τη σκέψη του διέκοψε η φωνή του γεράκου. «Τι θα ήθελες να σου προσφέρω; Δεν έχω βέβαια πολλά αλλά κάτι θα βρεθεί».
«Δε χρειάζομαι τίποτα ιδιαίτερο καλέ μου κύριε. Λίγο γάλα και ψωμί μου είναι αρκετά» είπε και έκατσε στην καρέκλα σέρνοντας την κοντά στο τζάκι.

Ο γεράκος έσυρε στην κουζίνα και του έφερε ότι ζήτησε και έκατσε απέναντι του ενώ ο σκύλος με τις γάτες είχαν αρχίσει να πλησιάζουν διστακτικά τον παράξενο ξένο.

«Αγαπώ πολύ τα ζώα» του είπε και συνέχισε «Έχω και εγώ ένα σκύλο στη Χαλκίδα».

«Αλήθεια ξένε τι σε έφερε στον τόπο μας; Πως από τη Χαλκίδα βρέθηκες εδώ στα βόρεια που λέμε εμείς;»

«Είχα ακούσει για ένα πολύ όμορφο χωριό εδώ στη Βόρεια Εύβοια, την Κερασιά και είπα να το επισκεφθώ για να γεμίσω λίγο τις μπαταρίες μου. Όμως ήμουν πολύ αφηρημένος και μάλλον δεν πρόσεξα κάτι στο χάρτη και χάθηκα. Μετά χάλασε το αμάξι και αναγκάστηκα να περπατήσω με την ελπίδα να βρω κάποιον ειδικό. Όμως το κρύο και η πείνα ένιωσα να μου στερούν όλη τη δύναμή που είχα μέχρι που είδα το σπιτάκι σου».

«Χαλκίδα είπες πριν έτσι; Στη Χαλκίδα ζει ο γιος μου με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Βλέπεις έχει μια πολύ καλή δουλειά ενώ και τα παιδιά του μαθαίνω ότι είναι πολύ καλοί μαθητές. Η δε γυναίκα του πολύ όμορφη. Τη θυμάμαι ακόμα από το γάμο».

«Να τους χαίρεσαι» είπε ο ξένος ενώ συνέχισε λέγοντας: «Είναι μεγάλη ευτυχία που θα γιορτάσετε όλοι μαζί τα Χριστούγεννα».

Ο γεράκος γέλασε πικραμένα. «Θα το ήθελα πολύ αλλά τα παιδιά έχουν μάθει αλλιώς. Ύστερα και ο γιος μου δουλεύει θα θέλει να ξεκουραστεί, να δει τους φίλους του, τι να έρθει να κάνει με εμένα το γέρο πατέρα του;»

Ο ξένος δε μίλησε. Κοίταξε απλά το γεράκο που χάιδευε τη γάτα του. Τη σιωπή τους έσπασε η φωνή του ξένου.

«Αν ήθελες να πραγματοποιηθεί μια επιθυμία σου τα φετινά Χριστούγεννα ποια θα ήταν αυτή» τον ρώτησε.

«Μία επιθυμία μου; Δε ξέρω. Δε θέλω πολλά. Μόνο να γιορτάσω μαζί με την οικογένεια μου».

Ο ξένος του χαμογέλασε και του είπε: «Που ξέρεις; Χριστούγεννα έρχονται και καμία φορά οι επιθυμίες μας πραγματοποιούνται». Η ώρα πέρασε και ο γεράκος έστρωσε στο ξένο να κοιμηθεί ενώ εκείνος ακούμπησε στην πολυθρόνα του και αποκαμωμένος καθώς ήταν αποκοιμήθηκε.

Το αχνό φως του που άρχισε να μπαίνει από τις γρύλλιες των παντζουριών ξύπνησε το γεράκο. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Ο ξένος κατέβηκε τη σκάλα και αφού καλημέρισε το γέροντα έβαλε το μπουφάν του και ετοιμάστηκε να φύγει. Τότε ο γεράκος του είπε: «Έλα κάτσε να φας πρωινό και φεύγεις μετά. Μα δε σε βιάζει κανείς. Άλλωστε ακόμα το κρύο είναι τσουχτερό».

Αφού έφαγαν το πρωινό και πέρασε η ώρα ο ξένος ετοιμάστηκε να φύγει. Γύρισε τότε προς τον γεράκο και του είπε: «Μου πρόσφερες φιλοξενία, αγάπη και βοήθεια σε μία δύσκολη στιγμή για εμένα. Δε ξέρω πως να στο ανταποδώσω».

Δε χρειάζεται να με ευχαριστείς είπε ο γεράκος. «Ήταν χαρά μου που έμεινες σπίτι μου. Γέμισε για λίγο ζωντάνια. Να πας στην ευχή του Θεού και να είσαι καλά. Καλά να περάσεις και στις διακοπές σου και καλά Χριστούγεννα».

Ο ξένος τον χαιρέτισε και φεύγοντας του είπε: «Να σε έχει ο Θεός καλά και να θυμάσαι. Αγάπη έδωσες, αγάπη θα πάρεις».






Μία εβδομάδα μετά, την ημέρα των Χριστουγέννων, η πόρτα του γεράκου χτύπησε για ακόμη μία φορά. Ο γεράκος άνοιξε την πόρτα και δε μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ο γιος του με τη νύφή του και τα 2 εγγόνια του στέκονταν μπροστά του.

«Χρόνια πολλά παππού» φώναξαν τα παιδιά και έτρεξαν στην αγκαλιά του ενώ ο σκύλος κουνούσε χαρούμενα την ουρά του και μπλέκονταν στα πόδια τους. Ο γιος αγκάλιασε και εκείνος τον πατέρα του, ο οποίος είχε δακρύσει αλλά τα δάκρυα του ήταν δάκρυα χαράς. «Πως και ήρθες» τον ρώτησε. «Δε ξέρω. Δεν ήθελα να σε αφήσω μόνος σου φέτος. Είχα και εκείνη τη συνάντηση με έναν άγνωστο που είχε χάσει πρόσφατα τους γονείς του και με ταρακούνησε. Είσαι ότι πιο σημαντικό έχω μετά τη μαμά και δε θέλω να το στερηθώ». Πατέρας και γιος έμειναν αγκαλιασμένοι ενώ το σπίτι γέμισε παιδικές φωνές και ουρλιαχτά.

Το χιόνι άρχισε να πέφτει ενώ η οικογένεια έκατσε στο τραπέζι. Όλοι γελούσαν και ήταν ευτυχισμένοι. Από εδώ και μπρος κάθε Χριστούγεννα θα ήταν έτσι. Επιτέλους, ο γεράκος έδινε και έπαιρνε την αγάπη που όλοι χρειαζόμαστε σε αυτή τη ζωή.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Σα να του φάνηκε ότι είδε τον άγνωστο εκείνο τύπο να τον χαιρετάει χαμογελώντας. Σηκώθηκε βιαστικά και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Κανείς.

Παιχνίδια που παίζει το μυαλό σκέφτηκε και γύρισε χαμογελώντας στο τραπέζι..

Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ τη Νεφέλη Ρέππα για την εικονογράφηση της ιστορίας μου. Αυτές οι υπέροχες ζωγραφιές ανήκουν σε εκείνη! Νεφέλη σε ευχαριστώ!

2 σχόλια:

  1. Αγαπημένη μου πέρασα να ευχηθώ να Καλές Γιορτές και καλά Χριστούγεννα.
    Λογω την ημερών εχω περιορισμένο ελεύθερο χρόνο και περνάω σήμερα απο ολα τα αγαπημενα μπλοκοσπιτακια για να ευχηθω γιατι δε ξερω ποτε θα προλαβω να το κανω καποια αλλη στιγμη.
    Να περασεις ομορφα και να ξεκουραστεις
    Φιλια πολλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή χρονιά Κική μου! Εύχομαι το 2016 να σου φέρει προσωπική ευτυχία, υγεία, αγάπη και δημιουργικότητα. Να περάσεις και εσύ όμορφα! Φιλιά πολλά!

      Διαγραφή