Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Μία ακόμα παιδική ιστορία για την πρακτική μου στο παιδικό σταθμό..

Τι έγινε λοιπόν όταν η Λίτσα η Πασχαλίτσα συνάντησε το Νούλη το Χελιδονούλη και τη Μένια τη Νεραϊδένια;

Θα το μάθετε διαβάζοντας την παρακάτω ιστορία...

Καλή ανάγνωση...

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό τόπο ζούσε η Λίτσα η Πασχαλίτσα.

Μία ημέρα και ενώ έκανε τη βόλτα της πάνω στις ολάνθιστες μαργαρίτες άκουσε ένα κλάμα.

Κοίταξε από εδώ, κοίταξε από εκεί όμως δεν είδε τίποτα. Ώσπου κατεβαίνοντας από τη μαργαρίτα το είδε. Ήταν ένα μικρό χελιδονάκι που είχε χτυπημένο το φτερό του.

Το πλησίασε διστακτικά: «Είσαι καλά; Τι έπαθες» το ρώτησε

«Έπεσα και χτύπησα. Δεν άκουσα τη μαμά μου που μου είπε να μην απομακρυνθώ από κοντά της και πέταξα πολύ χαμηλά και χτύπησα το φτερό μου στο κλαδί ενός δέντρου. Πονάω τόσο πολύ.

Θέλω τη μαμά μου», είπε και συνέχισε να κλαίει

«Μη στεναχωριέσαι. Θα τη φωνάξω εγώ τη μαμά σου. Μόνο που δε ξέρω που μένεις».

«Σε εκείνο το δέντρο μένουμε» είπε

Η Λίτσα ξεκίνησε να ανεβαίνει στο δέντρο προκειμένου να βρει την οικογένεια του μικρού χελιδονιού.

Ξαφνικά αέρας δυνατός σηκώθηκε και είδε δυο μεγάλα χελιδόνια να έρχονται απειλητικά καταπάνω της.

«Τι γυρεύεις εδω»; Άκουσε μία φωνή να λέει

«Να ήρθα για το παιδάκι σας. Βρίσκεται τραυματισμένο ανάμεσα σε εκείνα τα λουλούδια και μου είπε να φωνάξω βοήθεια»

Ακούγοντας το αυτό ο κύριος Χελιδόνης και προσπαθώντας να κρύψει το άγχος από τη γυναίκα του που έκλαιγε είπε: «Πήγαινε με καλή μου πασχαλίτσα στο παιδί μου».

Και όλοι μαζί ξεκίνησαν για το μέρος που βρίσκοταν ο χελιδονούλης.

Όταν τον βρήκαν έκλαιγαν και οι τρεις μαζί ενώ οι γονείς τον πήραν στην αγκαλιά τους και
ετοιμάστηκαν να πάνε στο γιατρό.

«Σε ευχαριστώ για ότι έκανες για εμένα. Με λένε Νούλη Χελιδονούλη. Αν με χρειαστείς, ξέρεις που θα με βρεις».

Η πασχαλίτσα τον χαιρέτησε και ένα σύννεφο σκόνης σηκώθηκε. Έμεινε να κοιτάει τα χελιδόνια μέχρι που απομακρύνθηκαν.

Οι μέρες περνούσαν και η Πασχαλίτσα συνέχιζε να κάνει βόλτες στις μαργαρίτες και στα υπόλοιπα υπέροχα ανθισμένα λουλούδια, να κάνει παρέα και να συζητάει με τις πεταλούδες  ενώ το νερό στο ποταμάκι έτρεχε συνεχώς ποτίζοντας τη φύση.

Ώσπου μία ημέρα και ενώ η Λίτσα η Πασχαλίτσα κοιμόταν ένιωσε ένα κρύο να διαπερνά τα μικρά φτερά της. Ξύπνησε αναστατωμένη. «Μα τι συμβαίνει αναρωτήθηκε»

Όλη η φύση γύρω της ήταν άσπρη από το χιόνι και παντού ήταν σκοτάδι. Ο ήλιος είχε χαθεί.

«Μα πως έγινε αυτό; Είναι άνοιξη» σκέφτηκε.

Άρχισε να προχωράει στο δάσος προσπαθώντας να βρει για ποιο λόγο έγιναν όλα αυτά όταν συνάντησε μία κυρία.

«Γεια σας γλυκιά μου κυρία. Τι γυρεύετε στα μέρη μας; Μήπως ξέρετε γιατί έχει χιόνι, σκοτάδι και τόσο πολύ κρύο»; ρώτησε ανήσυχη η Πασχαλίτσα

«Γεια σου μικρή μου κόρη. Με λένε Μένια Νεραϊδένια και ταξίδευα σε όλο τον κόσμο όταν με έπιασε το χιόνι και το κρύο και με ανάγκασε να μείνω εδώ σε αυτό το δάσος για να προστατευτώ από το κρύο».

«Μα πως είναι δυνατόν να έχει κρύο; Αφού έχουμε άνοιξη» είπε η Πασχαλίτσα.

«Έλα εδώ μικρή μου» είπε η κυρία Νεραϊδένια και άπλωσε το χέρι της να ανέβει πάνω η Πασχαλίτσα.

«Θα σου πω μία ιστορία»

Μία φορά και έναν καιρό ζούσαν αγαπημένα τέσσερα αδέρφια που τους έλεγαν Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη και Καλοκαίρι. Η μαμά τους η κυρία Εποχή τα είχε μάθει να είναι πολύ αγαπημένα και εκείνα χωρίστηκαν σε μήνες και εμφανίζονταν κάθε φορά στον κόσμο.

Ο χειμώνας έφερνε κρύο αλλά και ζεστασιά αφού βοηθούσε τους ανθρώπους να έρθουν κοντά, καθισμένοι όλοι μαζί στο τζάκι και ακούγοντας παραμύθια από τον παππού και τη γιαγιά. Έπειτα ο χειμώνας έφερνε και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και όλοι μικροί και μεγάλοι διασκέδαζαν αγκαλιά.

Ύστερα έρχονταν η άνοιξη. Άνθιζε όλη η φύση, τα παιδιά έτρεχαν ευτυχισμένα και έπαιζαν στα δάση και στα πάρκα ενώ το Πάσχα η Ανάσταση του Χριστούλη και τα δώρα του νονού και της νονάς τα γέμιζαν χαρά..

Και έπειτα έρχονταν το καλοκαίρι. Τα σχολεία έκλειναν και μικροί, μεγάλοι, έτρεχαν στις παραλίες και έπαιζαν με τα κουβαδάκια ενώ κολυμπούσαν στα γαλανά νερά. Άλλοι απολάμβαναν και τα φρούτα του καλοκαιριού όπως το καρπούζι, τα ροδάκινα και το πεπόνι. Και έτσι περνούσε ο καιρός μέχρι να έρθει το φθινόπωρο.

Τότε η φύση γέμιζε κίτρινα και πορτοκαλί χρώματα ενώ η γη δεχόταν τα πρωτοβρόχια προκειμένου να ξεδιψάσει από τη ζέστη που είχε όλο το καλοκαίρι. Τα φύλλα έπεφταν στο έδαφος ενώ τα ζώα και τα φυτά ετοιμάζονταν να κοιμηθούν μέχρι να περάσει και ο χειμώνας.

Και τα τέσσερα αδέρφια ζούσαν ευτυχισμένα μέχρι που μία ημέρα μία κακιά μάγισσα που ζήλεψε την ομορφιά της άνοιξης, την έπιασε και τη φυλάκισε σε ένα ψηλό πύργο. Τα υπόλοιπα αδέρφια της άνοιξης προσπάθησαν να την ελευθερώσουν όμως η κακιά μάγισσα τα φυλάκισε και αυτά και έτσι σκοτάδι, χιόνι και κρύο απλώθηκε παντού. Προσπάθησα να την αντιμετωπίσω όμως δεν τα κατάφερα είπε η Μένια.

«Ίσως επειδή ήσουν μόνη σου» αποκρίθηκε η Πασχαλίτσα. «Αν ήμασταν μαζί θα τη νικούσαμε σίγουρα».

Η Μένια γέλασε.

«Άντε σήκω» είπε η Πασχαλίτσα. Σήκω. Έχουμε να σώσουμε την άνοιξη και τα αδέρφια της».
Τότε η Πασχαλίτσα φώναξε το Νούλη το Χελιδονούλη και αφού του εξήγησε την ιστορία του ζήτησε να πετάξουν μαζί μακριά για να ελευθερώσουν τα τέσσερα αδέρφια.

Ο Νούλης τότε επειδή δεν άντεχε ούτε αυτός το κρύο δέχτηκε με χαρά. Βοήθησε την Πασχαλίτσα να ανέβει πάνω στα φτερά του και μαζί με τη Μένια τη Νεραϊδένια ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι.

Έφτασαν μετά από μέρες στο βουνό που η μάγισσα κρατούσε φυλακισμένα τα τέσσερα αδέρφια. Χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από την κακιά μάγισσα που εκείνη την ώρα κοιμόταν πάνω στην κουνιστή καρέκλα της, πήραν τα κλειδιά και άνοιξαν σιγά σιγά όλα τα κλουβιά που ήταν φυλακισμένοι ο χειμώνας, η άνοιξη, το φθινόπωρο και το καλοκαίρι.

Έπειτα έδεσαν τη μάγισσα, της πήραν και το ραβδί της για να μη μπορεί να κάνει μαγικά και όταν πια ξύπνησε και είδε ότι δε μπορούσε να κάνει τίποτα, έβαλε τα κλάματα παρακαλώντας να τη λύσουν. Όμως κανείς δεν την άκουσε. Μόνο η Μένια η Νεραϊδένια της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει αρκεί να σταματούσε να έκανε κακό στους ανθρώπους.

Τότε η μάγισσα ζήτησε συγγνώμη από τα τέσσερα αδέρφια, υποσχέθηκε να μην κάνει ξανά πια κακό και μαζί με τη Μένια τη Νεραϊδένια άρχισαν να ταξιδεύουν βοηθώντας ανθρώπους που τους είχαν ανάγκη.

Όσο για τα τέσσερα αδέρφια επέστρεψαν στο σπίτι τους, αγκάλιασαν τους γονείς της και η άνοιξη άρχισε να έρχεται και πάλι στη φύση, ενώ η Λίτσα με το Νούλη ξεκίνησαν και εκείνοι το ταξίδι για να γυρίσουν σπίτι τους.

Όταν πια έφτασαν η άνοιξη είχε έρθει ξανά και η Πασχαλίτσα κατευθύνθηκε στη μικρή ολάνθιστη μαργαρίτα της ενώ ο Νούλης ο Χελιδονούλης πήγε στη φωλιά που είχαν φτιάξει οι γονείς του πάνω σε εκείνο το δέντρο.

Και έτσι κάθε απόγευμα όσο διαρκούσε η άνοιξη, η Πασχαλίτσα έπαιζε με το Νούλη το Χελιδονούλη και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου